Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Cyclamen hederifolium

Παγγαίο, 10/9/2012

Πασίγνωστο και χιλιοτραγουδισμένο, το κυκλάμινο παραμένει ένα από τα πιο όμορφα στολίδια του φθινοπώρου. Το όνομά του προέρχεται από την ελληνική λέξη κύκλος και αναφέρεται στους βλαστούς του φυτού, οι οποίοι κατά την καρποφορία τυλίγονται κυκλικά, σαν σπείρα. Η ελληνική του ονομασία, τουλάχιστον κατά την αρχαιότητα, ήταν χελώνιον, καθώς οι κόνδυλοι του φυτού μέσα στο έδαφος θύμιζαν στο σχήμα το συμπαθές ερπετό.

Στην Ελλάδα φύονται δύο κυκλάμινα που ανθίζουν το φθινόπωρο: το Cyclamen hederifolium Aiton και το C. graecum Link. Σήμερα θα αναφερθούμε στο πρώτο. Το C. hederifolium ονομάστηκε έτσι λόγω των φύλλων του που μοιάζουν με αυτά του κισσού (Hedera helix). Είναι το πιο διαδεδομένο είδος κυκλάμινου και ένα από τα είδη που καλλιεργούνται περισσότερο ως καλλωπιστικά. Η εξάπλωσή του περιλαμβάνει χώρες της νότιας Ευρώπης, από τη Γαλλία στα δυτικά, φτάνοντας μέχρι τη δυτική Τουρκία στα ανατολικά. Ανθίζει από τον Αύγουστο μέχρι το Νοέμβριο, μέσα σε δάση ή συστάδες δέντρων και σε βραχώδεις σκιερές θέσεις, συνήθως επάνω σε ασβεστόλιθο.

Προστατεύεται, όπως όλα τα είδη Cyclamen, από τη Συνθήκη CITES για το διεθνές εμπόριο των απειλούμενων με εξαφάνιση ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας και συμπεριλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ.

Ζαγόρι, 22/10/2006

Τα κυκλάμινα είναι τοξικά για πολλούς οργανισμούς, ανάμεσά τους και ο ανθρώπινος, αν και λέγεται ότι αποτελούν μεζέ για τα γουρούνια, εξ ου και η ονομασία χοιρόψωμα (sowbread στα αγγλικά, pain de pourceau στα γαλλικά, κλπ). Από την αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν για διάφορους θεραπευτικούς σκοπούς, ενώ κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, σύμφωνα με το χειρόγραφο “Doctrine of Signatures”, το οποίο υποστήριζε ότι κάθε φυτό ανάλογα με το σχήμα του θεραπεύει το ανθρώπινο όργανο που έχει το ίδιο σχήμα, το κυκλάμινο χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπεία πόνων στα αυτιά, καθώς τα φύλλα του θύμιζαν... αυτιά! (Ακόμα κι αν συμφωνείτε με κάτι τέτοιο, μην το δοκιμάσετε ποτέ στο σπίτι...)

Φίλυρο, 24/10/2010

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Το γένος Bornmuellera στην Ελλάδα

Bornmuellera tymphaea

Το γένος με το αστείο όνομα που παρουσιάζουμε σήμερα, εκπροσωπείται στην Ελλάδα από 4 ενδιαφέροντα taxa: ένα είδος, δύο υποείδη και ένα υβρίδιο, όλα ενδημικά μιας περιορισμένης περιοχής στη βορειοδυτική Ελλάδα – εκτός της Bornmuellera baldaccii subsp. baldaccii, η εξάπλωση της οποίας φτάνει μέχρι την Αλβανία – και όλα φυόμενα επάνω στα σερπεντινικά πετρώματα της περιοχής αυτής, που σημαίνει ότι ανέχονται τις υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων, όπως νικελίου, συσσωρεύοντάς τα στους ιστούς τους. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά.

Bornmuellera tymphaea

Bornmuellera tymphaea (Hausskn.) Hausskn.

Η Bornmuellera tymphaea είναι ενδημική μιας μικρής περιοχής της Πίνδου, ενώ απαντά και στο όρος Βούρινος, πάντα επάνω σε σερπεντινικά υποστρώματα. Φύεται σε βράχια, σταθεροποιημένες σάρες, λιβάδια και άκρες δρόμων, συχνά άφθονη σε διαταραγμένα εδάφη, σε υψόμετρα από 700 έως 2200 μ. και ανθίζει από το Μάιο μέχρι τις αρχές του Ιουλίου. Συμπεριλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και τα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών που καταχωρήθηκαν για το δίκτυο “ΦΥΣΗ 2000”.


Bornmuellera baldaccii subsp. rechingeri

Bornmuellera baldaccii (Degen) Heywood

To δεύτερο είδος του γένους που απαντά στην Ελλάδα είναι η Bornmuellera baldaccii. Το είδος αυτό χωρίζεται σε δύο υποείδη: τη B. baldaccii subsp. baldaccii, που εξαπλώνεται βόρεια του Σμόλικα, μέχρι την Αλβανία, και τη B. baldaccii subsp. rechingeri Greuter, ενδημική της περιοχής νότια του Σμόλικα, μέχρι το πέρασμα της Κατάρας. Τα δύο υποείδη μπορεί να είναι τοπικά άφθονα, αλλά πάντα σε σερπεντινικά υποστρώματα, σε βραχώδεις θέσεις, πετρώδη λιβάδια ή σταθεροποιημένες σάρες και υψόμετρο από 1400 έως 1800 μ. Ανθίζουν από τα μέσα Μαΐου μέχρι τον Ιούλιο και περιλαμβάνονται στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου “ΦΥΣΗ 2000”.


Bornmuellera baldaccii subsp. rechingeri

Bornmuellera baldaccii x tymphaea

Τα δύο αυτά είδη, όταν συναντηθούν, υβριδίζουν χωρίς ενδοιασμούς και αναστολές. Το αποτέλεσμα; Η B. baldaccii x tymphaea, ένα υβρίδιο που με την πρώτη ματιά θυμίζει το είδος baldaccii, αλλά έχει χαρακτηριστικά ενδιάμεσα των δύο γονέων. Απαντά στη βόρεια Πίνδο, κοντά στον ένα ή και τους δύο γονείς του και έχει βρεθεί σε υψόμετρα από 1600 έως 2100 μ. Δυστυχώς δε σταθήκαμε τυχεροί στην ανεύρεση του υβριδίου. Ίσως την επόμενη φορά...


* Όλες οι λήψεις έγιναν στις 4/5/2013, στη Βασιλίτσα Γρεβενών.

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Gentianella bulgarica

Καϊμακτσαλαν, 29/9/2013

H Gentianella bulgarica (Velen.) Holub έρχεται να προσθέσει ακόμα ένα λόγο για να επισκεφτεί κανείς τα βουνά των βόρειων συνόρων το φθινόπωρο. Με όψιμη ανθοφορία που ξεκινάει από τον Αύγουστο, επιμένει να στολίζει τα αλπικά λιβάδια με τα κροσσωτά της πέταλα μέχρι και τον Οκτώβρη. Είναι ενδημικό φυτό της βαλκανικής χερσονήσου και η ελληνική της εξάπλωση ξεκινάει από το Σμόλικα στα δυτικά, φτάνoντας μέχρι το Παπίκιο στα ανατολικά και σε υψόμετρα από 1300 μέχρι 2200 μ. Το δικό μας ραντεβού μαζί της δόθηκε λίγο κάτω από την κορυφή του Καϊμακτσαλάν.

Η G. bulgarica συμπεριλαμβάνεται στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου "ΦΥΣΗ 2000".



ΥΓ. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Ορέστη και στο υπόλοιπο χορευτικό σύνολο για τη βοήθειά τους στην ανεύρεση!

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Viola epirota

Βασιλίτσα, 4/5/2013

Η Viola epirota (Halácsy) Raus είναι ενδημική της βορειοδυτικής Ελλάδας και γειτονικών περιοχών της Αλβανίας. Όποιος σκαρφαλώνει στα βουνά της Ηπείρου και της δυτικής Μακεδονίας, μπορεί να τη συναντήσει σε βραχώδη λιβάδια ή σάρες, από τα 1600 έως τα 2300 μ. Η ανθοφορία της διαρκεί σχεδόν τέσσερις μήνες, από το Μάιο μέχρι και τον Αύγουστο.

Πιθανό υβρίδιο V. epirota x albanica

Οι άγριες βιολέτες είναι ένα γένος δύσκολο στην ταξινόμηση, καθώς οι διαφορές μεταξύ τους δεν είναι πάντα ευδιάκριτες και έχουν την τάση να υβριδίζουν. Ένα καλό παράδειγμα είναι η V. epirota που παρουσιάζουμε σήμερα. Τη συναντήσαμε στη Βασιλίτσα Γρεβενών, περιοχή όπου συνυπάρχει με τη V. albanica και τη V. ducadjinica και στην οποία έχουν καταγραφεί ενδιάμεσες μορφές των τριών ειδών.

Η V. epirota περιλαμβάνεται στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών που καταχωρήθηκαν για τις περιοχές του δικτύου “ΦΥΣΗ 2000”.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Pinguicula hirtiflora

Γράμμος, 16/8/2013

Μπορεί στο άκουσμα των λέξεων “σαρκοφάγο φυτό” να μας έρχονται συνειρμικά στο μυαλό εικόνες γιγαντιαίων πράσινων πλασμάτων με τεράστιο στόμα και κοφτερά δόντια, αλλά στην πραγματικότητα, τα σαρκοφάγα φυτά είναι μικρές πόες, όπως η μικροσκοπική Pinguicula hirtiflora Ten. (syn. Pinguicula crystallina ssp. hirtiflora (Ten.) Strid) και, μάλιστα, ο όρος εντομοφάγα τους ταιριάζει καλύτερα, αφού “τρώνε” μόνο μικρά έντομα.


Το χαριτωμένο αυτό λουλουδάκι, που προστατεύεται από την Οδηγία 92/43 και τη Σύμβαση της Βέρνης, απαντά στην ηπειρωτική Ελλάδα, βορειότερα της Πελοποννήσου, στην Αλβανία, τη νοτιοδυτική πρώην Γιουγκοσλαβία και τη νότια Ιταλία. Πολλές φορές σχηματίζει μεγάλους πληθυσμούς σε σκιερά βράχια δίπλα σε νερό, σε μια ποικιλία υποστρωμάτων, από ασβεστόλιθο μέχρι σερπεντίνες. Στην Ελλάδα βρίσκεται σε υψόμετρα από 200 έως 1900 μ., ενώ στην Ιταλία έχει βρεθεί ακόμη και στο επίπεδο της θάλασσας. Ανθίζει από τον Απρίλιο μέχρι και το Σεπτέμβριο, ανάλογα με το υψόμετρο και την έκθεση.


Η ικανότητά του να παγιδεύει έντομα οφείλεται στα φύλλα του που παράγουν και εκκρίνουν βλεννώδεις, εξαιρετικά κολλώδεις ουσίες. Τα άτυχα έντομα που ακουμπάνε εκεί κολλάνε και όσα δεν μπορούν να φύγουν, βρίσκουν έναν αργό και βασανιστικό θάνατο, καθώς αποσυντίθενται σταδιακά από τα οξεά και τα πεπτικά ένζυμα που εκκρίνονται και πάλι από τα φύλλα. Στο τέλος, τα φύλλα της Pinguicula απορροφούν τα διαλυμένα συστατικά των εντόμων, συμπληρώνοντας έτσι τη διατροφή του φυτού


Σμόλικας, 4/8/2012

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Alyssum doerfleri

Όρλιακας, 4/5/2013

Το γένος Alyssum είναι από τα μεγαλύτερα σε αριθμό ειδών γένη της οικογένειας των Σταυρανθών: 120-150 είδη εξαπλώνονται σε Ευρώπη, Ασία, βόρεια Αφρική και το ανατολικό κομμάτι της βόρειας Αμερικής. Πρόκειται για φυτά που προτιμούν ξηρά ενδιαιτήματα συνήθως ορεινών περιοχών. Μάλιστα, το sectio Odontarrhena περιλαμβάνει αρκετά είδη που είναι προσαρμοσμένα να ζουν σε σερπεντίνες και άλλα υπερβασικά πετρώματα, ανεχόμενα υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων, όπως νικελίου. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τη Flora Hellenica, υπάρχουν 38 είδη Alyssum. Το εντυπωσιακό είναι ότι σχεδόν τα μισά, δηλαδή 19 είδη, είναι ενδημικά της χώρας μας.

Το Alyssum doerfleri Degen είναι ένα σπάνιο άλυσσο, γνωστό μόνο από λίγες θέσεις στον ελληνικό χώρο και τη γειτονική ΠΓΔΜ. Εντός συνόρων απαντά διάσπαρτο στα βουνά Οίτη, Παρνασσός, Πίνοβο και κοντά στη Μικρή Πρέσπα, ενώ τοπικά άφθονο αναφέρεται από τον Όρλιακα των Γρεβενών, όπου το συναντήσαμε. Φύεται σε βραχώδεις ή χαλικώδεις ασβεστολιθικές θέσεις και υψόμετρο από 900 έως 2000 μ. Ανθίζει κατά τους μήνες Απρίλιο έως Ιούλιο και οι καρποί του ωριμάζουν από τον Ιούνιο έως και τον Αύγουστο.

Προστατεύεται από το ΠΔ 67/1981 και συμπεριλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και τα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών που καταχωρήθηκαν για το δίκτυο “ΦΥΣΗ 2000”.