Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αττική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αττική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Tulipa hageri

Πάρνηθα, 8/4/2016


Ήταν ακριβώς στα μέσα του 16ου αιώνα, όταν ο Ogier Gheselin de Busbecq, βιεννέζος πρόξενος στην Οθωμανική αυτοκρατορία του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, εντόπισε τα εντυπωσιακά άνθη ενός άγνωστου για αυτόν φυτού και έσπευσε, το 1551, να στείλει σπέρματα του φυτού αυτού πίσω στη Βιέννη. Ονόμασε δε το φυτό Tulipan, από την περσική λέξη dulbend ή thoulyban, που θα πει τουρμπάνι, καθώς το σχήμα των ανθών του θύμιζε προφανώς τα φουσκωμένα, από το εν λόγω κάλυμμα, κεφάλια των Οθωμανών. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Busbecq δίνει βολβούς στον Ολλανδό γιατρό βοτανικό Carolus Clusius, ο οποίος καλλιεργεί τις τουλίπες σε έναν από τους πρώτους βοτανικούς κήπους που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη, αυτόν της ολλανδικής πόλης Leiden. Αυτό που ακολούθησε, που περιγράφεται πολύ γλαφυρά με τη λέξη «τουλιπομανία», το έχουμε αναφέρει εδώ.   




Από τότε, χρειάστηκε να περάσουν περισσότερα από 300 χρόνια για να ανακαλυφθεί σε ελληνικό έδαφος μια τουλίπα ενδημική της νότιας Ελλάδας, η Tulipa hageri Heldr. Πιο συγκεκριμένα, το 1874 περιέγραψε το συγκεκριμένο φυτό ο Χελδράιχ από δείγμα της Πάρνηθας και το 1892 το συνέλεξε από την περιοχή της Πεντέλης. Ονόμασε την τουλίπα αυτή hageri, προς τιμήν κάποιου, αγνώστων λοιπών στοιχείων, Friedrich Hager, ο οποίος πρώτος εντόπισε το φυτό αυτό στην Πάρνηθα.  




Η Tulipa hageri λοιπόν είναι μια τουλίπα ενδημική της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Ανθίζει τον Απρίλιο σε λιβάδια, εγκαταλειμμένους αγρούς και ξέφωτα δασών, σε μεσαία, κυρίως, υψόμετρα.

Όπως όλες οι τουλίπες της Ελλάδας, προστατεύεται θεωρητικά από το ΠΔ 67/1981 και, όπως ισχύει για όλες τις τουλίπες της Ελλάδας, ο μεγαλύτερος εχθρός της είναι ο άνθρωπος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο μεγαλύτερος πληθυσμός αυτής της τουλίπας στην Αττική βρισκόταν σε γνωστό οροπέδιο της Πάρνηθας, μια περιοχή που την άνοιξη έχει μεγάλη επισκεψιμότητα. Ο πληθυσμός αυτός, μετά από ανηλεή συλλογή του, έχει μειωθεί δραματικά, ενώ μόνιμος πονοκέφαλος των βοτανικών και πραγματικών φυσιολατρών της περιοχής είναι να προλάβει το σπάνιο αυτό φυτό να ανθίσει πριν την επέλαση των βαρβάρων της Πρωτομαγιάς. 

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Leontice leontopetalum subsp. leontopetalum

Αττική, 20/3/2016


Τι είναι ζιζάνιο; Κάτι ενοχλητικό, είναι το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό. Ο άνθρωπος τείνει να θεωρεί ζιζάνιο, δηλαδή ενοχλητικό φυτό που πρέπει να φύγει από τη μέση, οποιοδήποτε φυτό μπει στο δρόμο του και, καθώς οι ανθρώπινοι πληθυσμοί μεγαλώνουν και προσπαθεί να εκμεταλλευτεί όλο και περισσότερο το περιβάλλον, ο άνθρωπος έρχεται σε σύγκρουση με ολοένα και περισσότερα φυτά. Αυτό σημαίνει πως η αντίληψή μας για το τι είναι ζιζάνιο διευρύνεται. Όλα τα φυτά είναι πιθανά ζιζάνια, αν ο άνθρωπος αποφασίσει να τα αντιμετωπίσει έτσι.

Ας προσπαθήσουμε όμως να δούμε το θέμα από μια άλλη σκοπιά. Ας ονομάσουμε τα ζιζάνια αυτοφυή φυτά των καλλιεργειών και ας προσπαθήσουμε να δούμε τι συμβαίνει με τον ιδιαίτερο αυτό τύπο χλωρίδας που εξελίχθηκε παράλληλα με την ιστορία της γεωργίας. Κατά τον τελευταίο αιώνα, παρατηρείται μια αλλαγή στη σύνθεση της αυτοφυούς χλωρίδας των καλλιεργειών. Η τελευταία έχει πλέον να αντιμετωπίσει τη ραγδαία ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας, που σημαίνει ανάπτυξη αποτελεσματικών και εξειδικευμένων ζιζανιοκτόνων, αύξηση της χρήσης αζωτούχων λιπασμάτων, εγκατάλειψη του συστήματος εναλλαγής καλλιεργειών, οριστική εγκατάλειψη ορισμένων τύπων καλλιεργειών και διάφορες τεχνικές βελτίωσης του εδάφους. Όλα αυτά έχουν οδηγήσει στη μείωση της φυτοποικιλότητας των καλλιεργούμενων αγρών και την εξάπλωση λίγων και ανθεκτικών ζιζανίων σε αυτούς.

Έτσι, φυτά που παραδοσιακά συνόδευαν έναν τύπο καλλιέργειας, σήμερα τείνουν να εξαφανιστούν. Ένα παράδειγμα είναι το φυτό της σημερινής ανάρτησης: Leontice leontopetalum L. subsp. leontopetalum. Βοϊδοκράτης στην Κρήτη, τσάκρα στην Κύπρο, πουρδαλιά ή φούσκα αλλού, πρόκειται για ένα αυτοφυές είδος των σιταγρών, το οποίο κάποτε ήταν αρκετά κοινό, αλλά πλέον οι πληθυσμοί του έχουν μειωθεί τόσο, ώστε να συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας με το χαρακτηρισμό «Τρωτό». 




Το Leontice leontopetalum εξαπλώνεται στην ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένης της νότιας Βουλγαρίας, φτάνοντας ανατολικά μέχρι το βόρειο Ιράκ και Ιράν. Στην Ελλάδα έχει σποραδικές εμφανίσεις στο ανατολικό τμήμα της χώρας και στα νησιά του Αιγαίου. Προτιμά βαθιά αργιλώδη εδάφη, ενώ εμφανίζεται σε μεγάλο υψομετρικό εύρος, από τα 300 έως τα 1100 μ. και ανθίζει από το Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο. Όταν οι καρποί του, που μοιάζουν με φούσκες, ωριμάσουν, ολόκληρη η ταξικαρπία κόβεται και κυλάει από τον αέρα στα χωράφια, θυμίζοντας σκηνή από ταινία Φαρ Ουέστ. Κατά το κύλισμα αυτό, το σχεδόν χάρτινο περικάρπιο σχίζεται και τα σπέρματα απελευθερώνονται στο έδαφος.  




Ο κόνδυλος του φυτού αυτού ήταν ασφαλής μέσα στο έδαφος, σε βάθος περίπου 20-40 εκ.. Τα σύγχρονα άροτρα όμως που φτάνουν μέχρι εκεί, δεν του αφήνουν πολλά περιθώρια επιβίωσης. Ένα παράδειγμα ενδεικτικό της μείωσης των πληθυσμών του είναι η αναφορά του φυτού ως κοινό ζιζάνιο μεταξύ αμπέλων και σπαρτών γύρω από τη Θεσσαλονίκη, από τον Ζαγανιάρη το 1939. Σήμερα, σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες (Κρίγκας, 2004), το είδος περιορίζεται σε δύο ολιγομελείς υποπληθυσμούς. Εκτός από το Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων, το Leontice leontopetalum συμπεριλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000», χωρίς να προστατεύεται ουσιαστικά από πουθενά. 

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Colchicum soboliferum

Αττική, 30/1/2015


To Colchicum soboliferum (Fisch. & A. Mey.) Stef. είναι ένα κολχικό με περίεργη και περιορισμένη κατανομή στην Ελλάδα. Η παγκόσμια εξάπλωσή του περιλαμβάνει το ανατολικό κομμάτι της βαλκανικής χερσονήσου και εκτείνεται μέχρι το Αφγανιστάν και το Τουρκμενιστάν. Στη χώρα μας, όπου και το δυτικότερο όριο εξάπλωσής του (μαζί με τη ΠΓΔΜ), έχει σποραδικές εμφανίσεις στους νομούς Αττικής, Λέσβου, Θεσσαλονίκης και στις λίμνες Βεγορίτιδα και Πετρών.

Φύεται σε υγρές τοποθεσίες: δίπλα σε πηγές, ποταμούς και λίμνες, σε αμμώδη, αργιλώδη ή χλοερά λιβάδια. Ανθίζει προς το τέλος του χειμώνα, κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο σε χαμηλά υψόμετρα ή στις αρχές της άνοιξης, σε μεγαλύτερα υψόμετρα, που μπορεί να φτάσουν μέχρι τα 700 μ. Η ανθοφορία του συμβαίνει ταυτόχρονα με την έκπτυξη τριών, συνήθως, φύλλων.




Το είδος μπορεί να πολλαπλασιάζεται αγενώς, λόγω της ύπαρξης προεκβολών στο ρίζωμά του. Έτσι, σε ευνοϊκές συνθήκες, είναι δυνατό να δημιουργήσει εύκολα μεγάλους πληθυσμούς. Παρόλα αυτά, οι βιότοποι που προτιμά είναι ευάλωτοι και οποιαδήποτε αλλαγή, πχ στη ροή κάποιου ποταμού, στην επέκταση γεωργικών καλλιεργειών ή στην γεωργική εκμετάλλευση των εκτάσεων στις οποίες φύεται το κολχικό, μπορεί να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην εξάπλωση του είδους. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την περιορισμένη συνολική εξάπλωσή του στην Ελλάδα, το καθιστά «Τρωτό» για τη χώρα μας, σύμφωνα με το Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας.  

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Iris pumila ssp. attica

Λαύριο, 26/2/2012

Η Iris pumila ssp. attica (Boiss. & Heldr.) K. Richt. περιγράφηκε από την Στερεά Ελλάδα, όπου βρίσκεται σε αφθονία, αλλά απαντά και σε άλλα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας μας, όπως επίσης και στις γειτονικές πρώην Γιουγκοσλαβία και Τουρκία.

Προτιμά ανοιχτές βραχώδεις θέσεις σε ασβεστολιθικούς σχηματισμούς, ενώ έχει αναφερθεί για υψόμετρα από πολύ κοντά στο επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 2100 μ. Η ανθοφορία της ξεκινά από το Φεβρουάριο και μπορεί να διαρκέσει μέχρι το Μάιο, ανάλογα με το υψόμετρο.

Ακολουθούν τα πολλά χρώματα της ίριδας!









Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Crocus sieberi ssp. atticus

Πεντέλη, 25/2/2012


O Crocus sieberi ssp. atticus (Boiss. & Orph.) B. Mathew είναι ένας ενδημικός κρόκος της Ελλάδας και η εξάπλωσή του περιορίζεται στην Αττική, τη Ν. Εύβοια και την Άνδρο. Τοπικά είναι κοινός, όπως για παράδειγμα στα όρη Πεντέλη και Πάρνηθα από όπου, μαζί με το όρος Δίρφυ, πρωτοπεριγράφηκε. Φύεται σε βραχώδεις πλαγιές και ανοιχτά δάση κωνοφόρων, από τα 400 έως τα 1350 μ. Η ανθοφορία του διαρκεί από τον Ιανουάριο μέχρι τον Απρίλιο.

Η ταξινόμηση του κρόκου αυτού έγινε αντικείμενο αμφισβήτησης και παραμένει νεφελώδης μέχρι και σήμερα. Αρχικά περιγράφτηκε ως ξεχωριστό είδος,  C. atticus, ενώ αργότερα συμπεριλήφθηκε στο είδος C. sieberi ως υποείδος του. Πρόσφατα δεδομένα που προέκυψαν από μεθόδους χημειοταξινόμησης, όμως, υποδεικνύουν ότι δεν ομαδοποιείται με τα υπόλοιπα υποείδη του είδους C.  sieberi.  Θα πρέπει λοιπόν να μελετηθεί εκ νέου η περίπτωση του συγκεκριμένου κρόκου, για να διαπιστωθεί εάν αποτελεί διακριτό είδος.

Συμπεριλαμβάνεται στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του Δικτύου "ΦΥΣΗ 2000".

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Fritillaria obliqua ssp. obliqua

Σχοινιάς, 25/2/2012

Η Fritillaria obliqua Ker-Gawler ssp. obliqua με τα σκούρα άνθη και το γλυκό άρωμά της μοιάζει να πενθεί το χειμώνα που φεύγει. Ίσως γι’ αυτό κάποτε της δόθηκε το όνομα tristis, δηλαδή η θλιμμένη. Πρόκειται για ένα από τα πιο ιδιαίτερα και σπάνια αγριολούλουδα της Αττικής.

Είναι ενδημική της Α. Στερεάς και απαντά στην περιοχή του Σχοινιά και τα όρη Πεντέλη, Πάρνηθα, Τουρκοβούνια και Μερέντα της Αττικής και τα όρη Όλυμπος και Οχθωνιά της Κ. Εύβοιας. Το έτερο υποείδος tuntasia ενδημεί στις Δ. Κυκλάδες (Γυάρος, Κύθνος, Σέριφος). Φύεται από το επίπεδο της θάλασσας, έως τα 1000 μ. περίπου, σε ασβεστολιθικά βραχώδη ή πετρώδη εδάφη, φρύγανα, αραιή θαμνώδη βλάστηση ή παρυφές δασών Pinus halepensis. Ανθίζει από τέλη Φεβρουαρίου έως αρχές Απριλίου, ανάλογα με το υψόμετρο.

Η συνολική έκταση που καταλαμβάνει είναι μικρή, κατακερματισμένη και επιπλέον είναι κοντά ή μέσα σε περιοχές όπου παρατηρείται έντονη ανθρώπινη δρατηριότητα. Ως εκ τούτου, οι πληθυσμοί της απειλούνται από οικοδομικά έργα, βόσκηση, πυρκαγιές, απόθεση απορριμμάτων, αλλά και ανεξέλεγκτη συλλογή και έτσι το μέγεθός τους και ο αριθμός των ώριμων ατόμων μέσα σε αυτούς συνεχώς μειώνονται. Για το λόγο αυτό η μαύρη φριτιλλάρια συμπεριλαμβάνεται σε όλους σχεδόν τους καταλόγους απειλούμενων ειδών και προστατεύεται σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, όμως, μέχρι τώρα. 

Συγκεκριμένα, προστατεύεται από την Οδηγία 92/43, την Σύμβασης της Βέρνης για την Προστασία της Άγριας Ζωής και του Φυσικού Περιβάλλοντος, το ΠΔ 67/81 του Ελληνικού κράτους, ενώ συμπεριλαμβάνεται και στα δύο Βιβλία Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Ειδών που έχουν βγει για την Ελλάδα, όπου χαρακτηρίζεται ως «Σχεδόν Απειλούμενο», στον Κόκκινο Κατάλογο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης ως «Κινδυνεύον», στον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν Προστασίας του Ο.Η.Ε. και στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».