Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήπειρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήπειρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

Heliosperma intonsum

Φαράγγι Αώου, 18/5/2015



Κάθε φαράγγι που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να φιλοξενεί τουλάχιστον ένα ενδημικό φυτό στους απόκρημνους βράχους του. Έτσι, στο φαράγγι του Αώου, ανάμεσα στα άλλα σπάνια φυτά που μπορεί κανείς να συναντήσει, βρίσκεται ένας μικρόσωμος εκπρόσωπος της οικογένειας Caryophyllaceae που δεν απαντά πουθενά αλλού στον κόσμο: το Heliosperma intonsum (Greuter & Melzh.) Niketić & Stevan.


Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά που κάνουν το είδος αυτό να ξεχωρίζει από άλλα συγγενικά του είδη, είναι η πυκνή του τριχοφυΐα που προσδίδει στο φυτό μια «αξύριστη» εμφάνιση. Ακόμα κι έτσι όμως, το φυτό είναι σε καλύτερη κατάσταση από ότι ένας βοτανικός μετά από 2 βδομάδες δουλειάς πεδίου, όπως χαρακτηριστικά και πολύ χαριτωμένα μας αναφέρουν οι Melzheimer & Greuter στην εργασία τους όπου περιέγραψαν το είδος, το 1982.





Γνωστό παλαιότερα και ως Silene intonsa Greuter & Melzh., το Heliosperma intonsum σκαρφαλώνει στα ασβεστολιθικά βράχια του φαραγγιού και φυτρώνει μέσα σε σχισμές ή προεξοχές τους, σε υψόμετρο από 450 έως 600 μ. Ανθίζει κατά το μήνα Μάιο.

Η πλειονότητα των ειδών του γένους Heliosperma είναι στενοενδημικά της Βαλκανικής χερσονήσου και φαίνεται να συμφωνούν ως προς τις προτιμήσεις τους για τον ιδανικό βιότοπο: ασβεστολιθικά βράχια, κυρίως μέσα σε φαράγγια και χαράδρες. Μάλιστα, όπως μας πληροφορούν οι Niketić & Stevanović (2006), κάποια από τα είδη αυτά, ανάμεσά τους και το H. intonsum, ανήκουν στην ομάδα των ομβροφοβικών χασμόφυτων, αυτών δηλαδή των φυτών που δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν σε περιοχές με μεγάλη ποσότητα βροχοπτώσεων. Φαίνεται ότι το συγκεκριμένο φαράγγι προσφέρει, κατά τα άλλα, ιδανικές συνθήκες διαβίωσης στο H. intonsum, παρόλο που ανήκει στο νομό Ιωαννίνων, για τον οποίο έχει γραφτεί το δίστιχο «Σ’ όλο τον κόσμο ξαστεριά, σ’ όλο τον κόσμο ήλιος και στα καημένα Γιάννενα μαύρη βροχή κι αντάρα»…




Το Heliosperma intonsum συμπεριλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήσουν προστασίας του ΟΗΕ και στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».

Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Fritillaria epirotica

Μέτσοβο, 26/5/2015


Ψάχνοντας για τη Fritillaria epirotica Rix, το πρώτο πράγμα που αντίκρυσα ήταν τα εξαιρετικά στριφογυριστά της φύλλα. Το άνθος με το σκούρο χρώμα του και κοιτώντας χαμηλά, σχεδόν αγγίζοντας το έδαφος, είναι σαν να προσπαθεί να κρυφτεί από τις ορδές των αιγοπροβάτων, μήπως και καταφέρει να κάνει καρπούς και να διαιωνίσει το ενδημικό αυτό είδος. 




Η Fritillaria epirotica έχει εντοπιστεί μόνο σε λίγα βουνά της βορειοδυτικής Ελλάδας, σε σερπεντινικό υπόστρωμα. Είναι πιθανό η εξάπλωσή της να συνεχίζεται προς το βορρά, μέσα στην περιοχή της Αλβανίας, αλλά μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Η πρώτη συλλογή του φυτού έγινε στο Σμόλικα, στις 30 Ιουνίου του 1937, ενώ το είδος περιγράφηκε το 1975.   

Οι λίγοι μικροί και διασκορπισμένοι υποπληθυσμοί της, που συνολικά δεν ξεπερνούν τα 1000 άτομα, βρίσκονται σε σάρες ή βραχώδεις θέσεις, σε μεγάλα υψόμετρα, συνήθως πάνω από τα 1600 μ., φτάνοντας μέχρι και τα 2600 μ., αν και το είδος έχει βρεθεί και στα 1050 μ. Η ανθοφορία της εξελίσσεται κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο. 



Η Fritillaria epirotica συμπεριλαμβάνεται και στα δύο Βιβλία Ερυθρών Δεδομένων και μάλιστα η κατάστασή της από «Σπάνιο» το 1995 υποβαθμίστηκε σε «Τρωτό» το 2009, λόγω της έντονης βόσκησης που υφίσταται το φυτό. Μελλοντικά, όπως αναφέρεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων του 2009, δεν αποκλείεται δυστυχώς η μετατόπιση προς το χαρακτηρισμό «Κινδυνεύον». Η μοναδική περιοχή στην οποία τα άνθη προλαβαίνουν να κάνουν καρπούς πριν φαγωθούν, είναι η ορεινή διάβαση της Κατάρας, καθώς η άνθιση του φυτού προηγείται της μεταφοράς αιγοπροβάτων εκεί.

Το όμορφο ενδημικό είδος προστατεύεται από τη Σύμβαση της Βέρνης για την Προστασία της Άγριας Ζωής και του Φυσικού Περιβάλλοντος και το ΠΔ 67/1981, ενώ συμπεριλαμβάνεται, εκτός των δύο Βιβλίων Ερυθρών Δεδομένων, στον Κόκκινο Κατάλογο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης ως «Κινδυνεύον», στον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν Προστασίας του Ο.Η.Ε. και στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Moltkia petraea

Φαράγγι Αχέροντα, 13/5/2015

Δε θα μπορούσε να δοθεί καταλληλότερο όνομα είδους στη Moltkia petraea (Tratt.) Griseb. Το μοναδικό μέρος που θα τη βρει κάποιος να δείχνει τα όμορφα μπλε άνθη της είναι επάνω στην πέτρα. Το όνομα του γένους (Moltkia) δόθηκε προς τιμήν ενός Δανού κόμη και μετέπειτα πρωθυπουργού της Δανίας, του Joachim Godske Moltke, πιθανόν λόγω της μεγάλης προσφοράς του στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, όπου δώρισε χρηματικά ποσά και τις συλλογές του πατέρα του. 


Πρόκειται για είδος που ενδημεί στο δυτικό κομμάτι της βαλκανικής χερσονήσου. Οι περισσότερες θέσεις του έχουν καταγραφεί στις ακτές και κάποια νησιά της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Εκεί, εισβάλει στην ενδοχώρα μέσα από φαράγγια. Στην Αλβανία απαντά σε πολύ λιγότερες θέσεις, ενώ στην Ελλάδα έχει βρεθεί σε τρία μόνο φαράγγια της Ηπείρου, με μια παλιά αναφορά από το βουνό της Οίτης, η οποία, παρά τις προσπάθειες, δεν έχει επιβεβαιωθεί.



Το φυτό αυτό φαίνεται ότι βρήκε καταφύγιο μέσα σε φαράγγια και έτσι διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της τελευταίας παγετώδους περιόδου. Στην πρώην Γιουγκοσλαβία φύεται σε ένα μεγάλο υψομετρικό εύρος, από σχεδόν το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τις κορυφές των Δειναρικών Άλπεων (10-2000 μ. περίπου), ενώ στην Ελλάδα απαντά κάτω από τα 300 μ. Ως τυπικό χασμόφυτο, προτιμά τους κάθετους βράχους και, συγκεκριμένα, θέσεις ηλιόλουστες, ζεστές, σε ασβεστόλιθο και δίπλα σε ποτάμια.



Η Moltkia petraea συμπεριλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».


Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Scilla subnivalis

Πρέβεζα, 14/2/2015

Ένας μικρός προάγγελος της άνοιξης ξεκίνησε την ανθοφορία του με τις πρώτες λιακάδες του χειμώνα. Τα μπλε του άνθη ξεχωρίζουν μέσα στο ξερό χειμωνιάτικο τοπίο, φωνάζοντας από μακριά κάθε επίδοξο επικονιαστή ή φωτογράφο.


Η Scilla subnivalis (Halácsy) Speta, παλαιότερα γνωστή ως Scilla bifolia, θεωρείται πλέον είδος διαφορετικό από αυτή και ενδημικό του ελλαδικού χώρου. Απαντά σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα και σε νησιά του Ιονίου, αλλά φαίνεται να απουσιάζει από τα νησιά του Αιγαίου, τουλάχιστον από τα δεδομένα που υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Ανθίζει προς το τέλος του χειμώνα και τις αρχές της άνοιξης, αν και η ανθοφορία της μπορεί να παραταθεί μέχρι τις αρχές Μαΐου σε μεγάλα υψόμετρα. 

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Digitalis ferruginea

Ζαγόρι, 8/8/2013

Το όνομά της παραπέμπει στο σχήμα που έχουν τα άνθη της, ειδικά σε κάποιους από τους εκπροσώπους του γένους: δακτυλίτιδα, άνθη που προσαρμόζονται στα δάχτυλα σαν τις δαχτυλήθρες. Η αγγλική του ονομασία παραπέμπει κι αυτή στη μορφή του άνθους: foxglove, από τις παλιές αγγλικές λέξεις foxes glofa, το γάντι της αλεπούς. Η προέλευση της ελληνικής κοινής ονομασίας του φυτού, κορακοβότανο ή χελιδονόχορτο, αγνοείται...


Τα είδη του γένους Digitalis που απαντούν στην Ελλάδα είναι 7, ανάμεσά τους η D. ferruginea L., είδος που εξαπλώνεται στην Ιταλία, τα Βαλκάνια και την Ανατολία, κατεβαίνοντας μέχρι το Λίβανο. Στην Ελλάδα βρίσκεται στην ορεινή ζώνη της ηπειρωτικής χώρας, ανεβαίνοντας μέχρι τα 2000 μ. Συνήθως φύεται μέσα σε δάση οξιάς, έλατου ή βελανιδιάς, ενώ η παρουσία του σε υπαλπικά λιβάδια φανερώνει αποψίλωση των δασών στις περιοχές αυτές. Ανθίζει το καλοκαίρι, κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο.

Η Digitalis ferruginea προστατεύεται από το ΠΔ 67/81 και συμπεριλαμβάνεται στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών που καταχωρήθηκαν για τις περιοχές του δικτύου “ΦΥΣΗ 2000”.


Τα είδη του γένους Digitalis είναι ισχυρά δηλητηριώδη. Περιέχουν όμως και ουσίες (διγιταλίνη ή διγιτοξίνη) που τα καθιστούν σπουδαία φαρμακευτικά φυτά, με δράση καρδιοτονωτική. Η χρήση τους σε περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας ξεκίνησε τουλάχιστον πριν από τέσσερις αιώνες – πιο πριν δεν υπάρχουν διαθεσιμες μαρτυρίες – και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Για περισσότερες πληροφορίες, υπομονή μέχρι την ανάρτηση της επόμενης εβδομάδας!


Γράμμος, 12/8/2013

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Crocus robertianus

Ζαγόρι, 26/10/2013

Το τελευταίο plant hunting αποδείχθηκε ιδιαίτερα ικανοποιητικό, αφού όχι μόνο συναντήσαμε το φυτό-στόχο μας, αλλά εντοπίσαμε ένα νέο, αρκετά μεγάλο πληθυσμό του. Ο λόγος για τον ενδημικό κρόκο της Ελλάδας που ακούει στο όνομα Crocus robertianus C. Brickell και απαντά σε περιοχές της βόρειας και νότιας Πίνδου, φτάνοντας νότια μέχρι την περιοχή μεταξύ Ναυπάκτου και Λιδωρικίου και το όρος Αράκυνθος. Η νέα θέση που ανακαλύψαμε βρίσκεται κοντά στο κεντρικό Ζαγόρι.

Ο C. robertianus περιγράφηκε το 1973 από τη βόρεια Πίνδο, όπου εντοπίστηκε κάπου ανάμεσα στα Ιωάννινα και τα Τρίκαλα. Φύεται σε σκιερές θέσεις που συγκρατούν υγρασία και εδάφη πλούσια, μέσα σε ελατοδάση, δρυοδάση ή κάτω από πλατάνια, κουμαριές, ακόμα και πουρνάρια ή γαύρους. Θα τον βρείτε σε ένα μεγάλο εύρος υψομέτρων, από τα 150 έως τα 1100 μ., επάνω σε ασβεστόλιθο, φλύσχη ή ψαμμίτη. Η ανθοφορία του ξεκινά γύρω στα μέσα Οκτωβρίου και διαρκεί μέχρι και το Νοέμβριο.



Οι μέχρι τώρα καταγεγραμμένοι πληθυσμοί του C. robertianus ήταν μικροί και κατακερματισμένοι. Επιπλέον, όπως πληροφορούμαστε από το Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων φυτών της Ελλάδας, ο όμορφος αυτός κρόκος κινδυνεύει από πιθανές αλλαγές στο μικροκλίμα των περιοχών όπου φύεται ή από υπερβολική συλλογή για εμπόριο και καλλιέργεια. Για το λόγο αυτό, προτείνεται η ένταξή του στην κατηγορία “Σχεδόν Απειλούμενο”, ενώ ήδη προστατεύεται, σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο, από τη Σύμβαση της Βέρνης για την προστασία της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος και το ΠΔ 67/81 του ελληνικού κράτους, για την προστασία της άγριας πανίδας και χλωρίδας. Τέλος, συμπεριλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο των φυτικών ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ.



ΥΓ. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Φάνη Καραμπλιάνη για όλες τις πολύτιμες πληροφορίες που μας παρείχε!

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Cyclamen hederifolium

Παγγαίο, 10/9/2012

Πασίγνωστο και χιλιοτραγουδισμένο, το κυκλάμινο παραμένει ένα από τα πιο όμορφα στολίδια του φθινοπώρου. Το όνομά του προέρχεται από την ελληνική λέξη κύκλος και αναφέρεται στους βλαστούς του φυτού, οι οποίοι κατά την καρποφορία τυλίγονται κυκλικά, σαν σπείρα. Η ελληνική του ονομασία, τουλάχιστον κατά την αρχαιότητα, ήταν χελώνιον, καθώς οι κόνδυλοι του φυτού μέσα στο έδαφος θύμιζαν στο σχήμα το συμπαθές ερπετό.

Στην Ελλάδα φύονται δύο κυκλάμινα που ανθίζουν το φθινόπωρο: το Cyclamen hederifolium Aiton και το C. graecum Link. Σήμερα θα αναφερθούμε στο πρώτο. Το C. hederifolium ονομάστηκε έτσι λόγω των φύλλων του που μοιάζουν με αυτά του κισσού (Hedera helix). Είναι το πιο διαδεδομένο είδος κυκλάμινου και ένα από τα είδη που καλλιεργούνται περισσότερο ως καλλωπιστικά. Η εξάπλωσή του περιλαμβάνει χώρες της νότιας Ευρώπης, από τη Γαλλία στα δυτικά, φτάνοντας μέχρι τη δυτική Τουρκία στα ανατολικά. Ανθίζει από τον Αύγουστο μέχρι το Νοέμβριο, μέσα σε δάση ή συστάδες δέντρων και σε βραχώδεις σκιερές θέσεις, συνήθως επάνω σε ασβεστόλιθο.

Προστατεύεται, όπως όλα τα είδη Cyclamen, από τη Συνθήκη CITES για το διεθνές εμπόριο των απειλούμενων με εξαφάνιση ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας και συμπεριλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ.

Ζαγόρι, 22/10/2006

Τα κυκλάμινα είναι τοξικά για πολλούς οργανισμούς, ανάμεσά τους και ο ανθρώπινος, αν και λέγεται ότι αποτελούν μεζέ για τα γουρούνια, εξ ου και η ονομασία χοιρόψωμα (sowbread στα αγγλικά, pain de pourceau στα γαλλικά, κλπ). Από την αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν για διάφορους θεραπευτικούς σκοπούς, ενώ κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, σύμφωνα με το χειρόγραφο “Doctrine of Signatures”, το οποίο υποστήριζε ότι κάθε φυτό ανάλογα με το σχήμα του θεραπεύει το ανθρώπινο όργανο που έχει το ίδιο σχήμα, το κυκλάμινο χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπεία πόνων στα αυτιά, καθώς τα φύλλα του θύμιζαν... αυτιά! (Ακόμα κι αν συμφωνείτε με κάτι τέτοιο, μην το δοκιμάσετε ποτέ στο σπίτι...)

Φίλυρο, 24/10/2010

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Pinguicula hirtiflora

Γράμμος, 16/8/2013

Μπορεί στο άκουσμα των λέξεων “σαρκοφάγο φυτό” να μας έρχονται συνειρμικά στο μυαλό εικόνες γιγαντιαίων πράσινων πλασμάτων με τεράστιο στόμα και κοφτερά δόντια, αλλά στην πραγματικότητα, τα σαρκοφάγα φυτά είναι μικρές πόες, όπως η μικροσκοπική Pinguicula hirtiflora Ten. (syn. Pinguicula crystallina ssp. hirtiflora (Ten.) Strid) και, μάλιστα, ο όρος εντομοφάγα τους ταιριάζει καλύτερα, αφού “τρώνε” μόνο μικρά έντομα.


Το χαριτωμένο αυτό λουλουδάκι, που προστατεύεται από την Οδηγία 92/43 και τη Σύμβαση της Βέρνης, απαντά στην ηπειρωτική Ελλάδα, βορειότερα της Πελοποννήσου, στην Αλβανία, τη νοτιοδυτική πρώην Γιουγκοσλαβία και τη νότια Ιταλία. Πολλές φορές σχηματίζει μεγάλους πληθυσμούς σε σκιερά βράχια δίπλα σε νερό, σε μια ποικιλία υποστρωμάτων, από ασβεστόλιθο μέχρι σερπεντίνες. Στην Ελλάδα βρίσκεται σε υψόμετρα από 200 έως 1900 μ., ενώ στην Ιταλία έχει βρεθεί ακόμη και στο επίπεδο της θάλασσας. Ανθίζει από τον Απρίλιο μέχρι και το Σεπτέμβριο, ανάλογα με το υψόμετρο και την έκθεση.


Η ικανότητά του να παγιδεύει έντομα οφείλεται στα φύλλα του που παράγουν και εκκρίνουν βλεννώδεις, εξαιρετικά κολλώδεις ουσίες. Τα άτυχα έντομα που ακουμπάνε εκεί κολλάνε και όσα δεν μπορούν να φύγουν, βρίσκουν έναν αργό και βασανιστικό θάνατο, καθώς αποσυντίθενται σταδιακά από τα οξεά και τα πεπτικά ένζυμα που εκκρίνονται και πάλι από τα φύλλα. Στο τέλος, τα φύλλα της Pinguicula απορροφούν τα διαλυμένα συστατικά των εντόμων, συμπληρώνοντας έτσι τη διατροφή του φυτού


Σμόλικας, 4/8/2012

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Campanula tymphaea

Σμόλικας, 4/8/2012

Μια ασυνήθιστη καμπανούλα που πρωτοπεριγράφηκε από τη βορειοδυτική Ελλάδα και πήρε το όνομά της από ένα από τα ψηλά βουνά που δεσπόζουν στην περιοχή: την Τύμφη. Η Campanula tymphaea Hausskn. έχει πλευρικούς ανθοφόρους βλαστούς κατακείμενους, με τον τελικό κλάδο να είναι συνήθως όρθιος. Η μορφή της μπορεί να ποικίλει αρκετά, ανάλογα με τις πιέσεις – κυρίως από βόσκηση – που δέχεται.

Είναι ενδημική της Πίνδου και της Αλβανίας και απαντά σε λιβάδια, επίπεδες πετρώδεις ή χαλικώδεις εκτάσεις, σε μια ποικιλία βασικών υποστρωμάτων, από τα 1200 έως τα 1400 μ. Ανθίζει από τα μέσα Ιουνίου, έως τις αρχές Αυγούστου.

Η C. tymphaea περιλαμβάνεται στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου ΦΥΣΗ 2000.


Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Linum aroanicum

Σμόλικας, 17/6/2012


Το γένος Linum (λίνο ή λινάρι) περιλαμβάνει περίπου 230 είδη που εξαπλώνονται στις εύκρατες και υποτροπικές περιοχές του βόρειου ημισφαιρίου, ενώ υπάρχει σε αφθονία στην περιοχή της Μεσογείου. Στην Ελλάδα απαντούν περισσότερα από 20 είδη.

Το Linum aroanicum Boiss. & Orph. περιγράφηκε από την Κυλλήνη και το Χελμό (Αροάνια όρη, εξ ου και το όνομα) το 1854. Είναι σπάνιο (IUCN red list, 1993) για την Ελλάδα και εκτός από τα δύο αυτά βουνά, απαντά στα: Δίρφυς, Τυμφρηστός, Κατάχλωρο, Βουτσικάκι, Καράβα και Ζυγός (Μαυροβούνι). Εμείς το συναντήσαμε στους πρόποδες του Σμόλικα, γεγονός που ίσως συνιστά νέα αναφορά για την εξάπλωση του είδους στην Ελλάδα. Η παγκόσμια εξάπλωσή του περιλαμβάνει νοτιοδυτικές περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας, την Τουρκία, τη Συρία και το βόρειο Λίβανο. Φύεται κυρίως σε βραχώδεις πλαγιές και λιβάδια με ασβεστολιθικό ή, σπανιότερα, σερπεντινικό υπόστρωμα και υψόμετρο από 800 έως 1900 μ. Ανθίζει το Μάιο και τον Ιούνιο.

Προστατεύεται από το ΠΔ 67/1981 και περιλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο των φυτικών ειδών που χρήζουν προστασίας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και τα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».


Το λινάρι καλλιεργείται για τις ίνες του, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την κατασκευή υφασμάτων, και για τα σπέρματά του, από τα οποία παράγεται το λινέλαιο. Η χρήση των ινών του λιναριού ήταν ήδη γνωστή από τη νεολιθική εποχή. Έχουν βρεθεί δείγματα λινών υφασμάτων που χρονολογούνται από τότε, σε άριστη κατάσταση. Μερικές από τις μούμιες στις αιγυπτιακές πυραμίδες ήταν τυλιγμένες με λινά υφάσματα. Ο λιναρόσπορος έχει σημαντική διατροφική αξία, καθώς είναι πλούσιος σε ω3 λιπαρά οξέα και βιταμίνες τους συμπλέγματος Β, και έχει χρησιμοποιηθεί για διάφορους φαρμακευτικούς σκοπούς.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Lilium candidum

Λευκάδα, 20/6/2012

Το Lilium candidum L., κρίνος ο πάλλευκος, είναι ένα πολύ εντυπωσιακό και αγαπητό φυτό, το οποίο καλλιεργείται ευρύτατα σε πολλές χώρες τις Μεσογείου. Αυτοφυές απαντά στα Βαλκάνια και τη δυτική Ανατολία. Στην Ελλάδα υπάρχουν διάσπαρτοι πληθυσμοί σε διάφορα σημεία της χώρας και πολλές φορές είναι δύσκολο να διακριθούν οι αυτοφυείς από αυτούς που δημιουργήθηκαν από διαφεύγοντα των καλλιεργειών άτομα. Σύμφωνα με τους Φοίτος κ.α. (Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας), οι αυτοφυείς πληθυσμοί του είδους απαντούν στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη δυτική Μακεδονία. Από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς αναφέρεται, από τους ίδιους συγγραφείς, αυτός μιας χαράδρας στο νομό Λασιθίου, που αριθμεί γύρω στα 500 άτομα.


Φύεται σε πετρώδεις ή βραχώδεις θέσεις, σε θαμνώνες ή φρύγανα, σε ένα μεγάλο εύρος υψομέτρου, από 10 έως 1500 μ. Ανθίζει τους μήνες Μάιο και Ιούνιο.

Το L. candidum ήταν ιδιαίτερα αγαπητό για τα μεγάλα λευκά του άνθη ήδη από τη μινωική εποχή (1600 π.Χ.), όπως μαρτυρούν τοιχογραφίες της Θήρας (βλ. Τοιχογραφία της άνοιξης) και των ανακτόρων της Κνωσού (βλ. Πρίγκιπας με κρίνα) και της Αμνισού (βλ. Έπαυλη των κρίνων) στην Κρήτη. Πιθανόν να καλλιεργούνταν από τότε. Στη ρωμαϊκή εποχή ήταν σύμβολο αγνότητας και έτσι παρέμεινε μέχρι σήμερα, αφού συνδέθηκε με το χριστιανισμό και τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου, εξ ου και το όνομα κρινάκι της Παναγιάς.


Τα άνθη του λευκού κρίνου είναι πολύ ελκυστικά, αν και για τελείως διαφορετικούς λόγους, τόσο σε ανθρώπους όσο και ζώα. Οι πληθυσμοί του, παρόλο που θεωρητικά προστατεύονται από το Π.Δ. 67/81, κινδυνεύουν από συλλογή και εκρίζωση, αλλά και βόσκηση. Γι’ αυτό στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων προτείνεται η ένταξή του στην κατηγορία «Σχεδόν Απειλούμενο». 


Τύμφη, 30/6/2007

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

Rhynchocorys elephas

Σμόλικας, 17/6/2012

Υπάρχουν ελέφαντες στην Ελλάδα; 

Ναι, τουλάχιστον στο φυτικό βασίλειο. Το πάνω χείλος της στεφάνης του Rhynchocorys elephas (L.) Griseb. αγκαλιάζει το στύλο μοιάζοντας πολύ με προβοσκίδα. Πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο είδος τόσο μορφολογικά όσο και βιολογικά, αφού είναι ημιπαράσιτο.

Η εξάπλωση του μικρού ελέφαντα περιλαμβάνει τη Ν Ιταλία, τη Ν Βαλκανική, την Ανατολία, τις χώρες του Καυκάσου και το Ν και Κ Ιράν. Στην Ελλάδα εμφανίζεται κυρίως στο Βορρά, στα βουνά της Πίνδου και το Καϊμακτσαλάν, με  μία απομακρυσμένη εμφάνιση στην Οίτη.

Αγαπά την υγρασία και εμφανίζεται σε υγρά λιβάδια και ρέματα, σε υψόμετρο μεταξύ 1000-2000 μ., πάνω σε σχιστόλιθο ή σερπεντίνη. Ανθίζει από τον Ιούλιο μέχρι το Σεπτέμβριο, ανάλογα με το υψόμετρο. 


Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Centaurea pawlowskii

Φαράγγι Βίκου, 3/7/2011


Η Centaurea pawlowskii Phitos & Damboldt εμφανίζεται στη χώρα μας σε Τύμφη, Τραπεζίτσα και Σμόλικα, αλλά και στη γειτονική Π.Γ.Δ.Μ. Παρά την περιορισμένη γεωγραφική κατανομή της, καμία χώρα δεν μπορεί να τη διεκδικήσει ως εθνικό ενδημικό της. Αυτό ενδεχομένως να αποτελεί μια αδυναμία του ορισμού του ενδημισμού, αφού η διάσπαση από πολιτικά σύνορα της περιοχής εξάπλωσής της, την «υποβιβάζει» από εθνικό σε βαλκανικό ενδημικό. Ίσως αυτό να δημιουργεί παρεξηγήσεις όσον αφορά τη σπανιότητα και τη σημαντικότητά της. 

Φύεται σε σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, σε υψόμετρο 1700-2350 μ., αλλά στο φαράγγι του Βίκου κατεβαίνει μέχρι τα 900 μ. Ανθίζει τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο.

Η C. pawlowskii προστατεύεται από το Π.Δ. 67/81 και συμπεριλαμβάνεται στον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν προστασίας του Ο.Η.Ε. και τα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000». Περιλαμβανόταν στον Κόκκινο Κατάλογο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης το 1997 και το 2007 με το χαρακτηρισμό «σπάνιο», αλλά όχι και στην τελευταία έκδοση του καταλόγου.



Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Centaurea zuccariniana

Κόνιτσα, 1/7/2011


Το γένος Centaurea είναι πλούσιο σε είδη - 300 έως 600, ανάλογα με το βαθμό σύμπτυξης ή διαίρεσης που ακολουθεί κάθε προσέγγιση - τα οποία εξαπλώνονται  κυρίως στην περιοχή της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής. Μαζί με το γένος Silene μοιράζονται την πρωτιά σε αριθμό ειδών στον ελλαδικό χώρο, καθώς αμφότερα περιλαμβάνουν περίπου από 120 είδη. Το γένος Centaurea είναι επίσης πρώτο σε αριθμό ενδημικών taxa (είδη και υποείδη) στην Ελλάδα, αφού ο αριθμός τους ανέρχεται στα 75. Η ταξινόμηση του γένους έχει παιδέψει και συνεχίζει να παιδεύει πολύ τους βοτανικούς, λόγω της μεγάλης ενδοειδικής παραλλακτικότητας και της ευκολίας με την οποία τα είδη υβριδίζουν.

Το γένος πήρε το όνομά του από τους Κενταύρους της ελληνικής μυθολογίας και έχει χρησιμοποιηθεί ανά τους αιώνες για πλήθος θεραπευτικών σκοπών. Μάλιστα, το όνομα αποδίδεται συγκεκριμένα στον Κένταυρο Χείρωνα, δάσκαλο του Ασκληπιού, ο οποίος ήταν, σύμφωνα πάντα με τη μυθολογία, σπουδαίος γιατρός και βοτανοθεραπευτής. Έτσι λοιπόν, τα κενταύρια έχουν χρησιμοποιηθεί για την επούλωση πληγών, ως εμμηναγωγά, καθαρτικά, στυπτικά, καταπραϋντικά, αποχρεμπτικά, χωνευτικά, διουρητικά, αντιπυρετικά, εκτρωτικά, κ.α. Ίσως κάποιο είδος Centaurea να είναι το Μέγα Κενταύριο του Χείρωνα, που χρησιμοποίησε για να γιατρέψει την πληγή που του είχε κάνει ο Ηρακλής στο πόδι. Ο Διοσκουρίδης εξάλλου, εξυμνεί τις επουλωτικές ιδιότητες του φυτού.

Η Centaurea zuccariniana DC. είναι ενδημικό είδος της ΝΔ Βαλκανικής. Απαντά στις ηπειρωτικές περιοχές της Ελλάδας και στη Ν. Αλβανία, σε ξηρούς θαμνώνες σε μεσαία υψόμετρα. Συμπεριλαμβάνεται στον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν προστασίας του Ο.Η.Ε.

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Galanthus reginae-olgae


Φαράγγι Αχέροντα, 18/12/2011

Το G. reginae-olgae Orph., ο γάλανθος της βασίλισσας Όλγας ελληνιστί, είναι ένας ακόμα αρνητής της φθινοπωρινής και χειμωνιάτικης απραξίας που κυριαρχεί στο φυτικό βασίλειο αυτές τις εποχές. Τα σχεδόν ολόλευκα άνθη του, που ξεπροβάλλουν μέσα από τους σωρούς των πεσμένων φύλλων ή μόλις που διακρίνονται στο χιονισμένο τοπίο χάρη στις μικρές πράσινες κηλίδες τους, είναι υπεύθυνα για το όνομα του γένους.


Η γεωγραφική του εξάπλωση περιλαμβάνει την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Σικελία, νοτιοδυτικά τμήματα της πρώην Γιουγκοσλαβίας και την Αλβανία. Στην Ελλάδα απαντά στην περιοχή της Πίνδου, τη νότια και νοτιοδυτική Πελοπόννησο και την Κέρκυρα. Εμείς το συναντήσαμε στο φαράγγι του Αχέροντα, τόσο στην είσοδο του φαραγγιού που φέρει το δυσοίωνο όνομα «Πύλες του Άδη», όσο και στην έξοδό του.

Φύεται σε δάση, θαμνώνες, πλαγιές κοντά σε ρέματα, κοιλάδες και φαράγγια, δείχνοντας μια προτίμηση σε υγρές, σκιερές τοποθεσίες με βόρειο προσανατολισμό και εδάφη αρκετά βαθιά, πλούσια σε υγρασία και καλά εφοδιασμένα με οργανική ουσία. Έχει βρεθεί σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1300 μ., αν και είναι περισσότερο κοινό στα μεγαλύτερα υψόμετρα.



Είναι στενά συγγενικό με το G. nivalis και για πολλά χρόνια θεωρείτο υποείδος του τελευταίου. Οι ομοιότητες μεταξύ των δύο ειδών είναι αρκετές, αλλά σημαντικές και εμφανείς είναι και οι διαφορές τους. Ανάμεσά τους είναι το χρώμα των φύλλων και κυρίως της γραμμής στην πάνω επιφάνεια τους, που είναι εντονότερη και σχεδόν γλαυκή για το G. reginae-olgae, ενώ πιο δυσδιάκριτη και σκούρη ή απούσα για το G. nivalis.


Διακρίνεται σε δύο υποείδη, το G. reginae-olgae ssp. reginae-olgae και το G. reginae-olgae ssp. vernalis (δηλ. ο ανοιξιάτικος). Τα δύο αυτά υποείδη διακρίνονται από την εποχή της ανθοφορίας και το μήκος των φύλλων κατά την περίοδο άνθισης. Πιο συγκεκριμένα, τo G. reginae-olgae ssp. reginae-olgae ανθίζει Οκτώβριο με Δεκέμβριο χωρίς φύλλα ή με πολύ κοντά φύλλα μήκους 1-3 εκ., ενώ το G. reginae-olgae ssp. vernalis ανθίζει Δεκέμβριο με Μάρτιο με φύλλα μήκους 3-7 εκ. κατά την άνθισή του.


Το G. reginae-olgae συμπεριλαμβάνεται στο πρώτο Κόκκινο Βιβλίο των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (1995), το Παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης CITES για το Διεθνές Εμπόριο των Απειλούμενων με Εξαφάνιση Ειδών Άγριας Πανίδας και Χλωρίδας, το ΠΔ 67/81 του Ελληνικού κράτους, τον Παγκόσμιο Κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του Ο.Η.Ε. και τον Κόκκινο Κατάλογο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης με το χαρακτηρισμό «τρωτό». Στην Ελλάδα το είδος είναι σπάνιο, αλλά οι πληθυσμοί του απειλούνται μόνο στο νησί της Κέρκυρας, κυρίως από την επέκταση του τουρισμού. Γενικότερα, όπως και τα υπόλοιπα είδη του γένους, είναι ευαίσθητο και μπορεί να απειληθεί από αλλαγές στα επίπεδα βροχόπτωσης που οφείλονται στην κλιματική αλλαγή.

Το γένος Galanthus, λόγω των ουσιών που βρίσκονται σε όλο το φυτό, αλλά σε μεγαλύτερη συγκέντρωση στους βολβούς του (τα αλκαλοειδή γαλανθαμίνη, λυκορίνη, ταζεττίνη), είναι πιθανό να συνδέεται με την Οδύσσεια και το μυθικό φυτό μώλυ. Το μώλυ (από το ρήμα μωλύω που σημαίνει αδυνατίζω, αφανίζω ή παραλύω) δρούσε ως αντίδοτο σε χολινεργικές ουσίες, όπως αυτές που εικάζεται ότι περιείχαν τα μαγικά φίλτρα που έδωσε η Κίρκη στους συντρόφους του Οδυσσέα. Ο Ερμής προστάτεψε τον Οδυσσέα δίνοντάς του ένα φυτό με μαύρη ρίζα και γαλακτόχροα άνθη, που η εξόρυξή του ήταν δύσκολη. Πολλές υποθέσεις έχουν γίνει για την ταυτότητα του φυτού αυτού, όπως ότι ανήκει σε κάποιο είδος των γενών Allium, Tulipa, Fritillaria ή το Helleborus niger. Στην ταύτιση με κάποιο είδος του γένους Galanthus συνηγορεί, εκτός της μορφολογικής περιγραφής, το γεγονός ότι τα είδη του γένους περιέχουν αλκαλοειδή με δράση αντιχολινεστεράσης.

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Staehelina uniflosculosa

Λάκμος, 27/8/2011

Ενδημικό είδος της Βαλκανικής χερσονήσου, η Staehelina uniflosculosa Sm., εξαπλώνεται σε Ελλάδα, Αλβανία και πρώην Γιουγκοσλαβία και σε υψόμετρα μεταξύ 700 και 1500 μ. Περιστασιακά ανεβαίνει ψηλότερα, στα 1950 μ., ή κατέρχεται ως τα 400 μ. μέσα σε χαράδρες. Ως ένας κατακείμενος αποξυλωμένος ημίθαμνος, ξεπροβάλλει μέσα στους βραχώδεις βιοτόπους της με λευκούς πιληματώδεις βλαστούς και χαρακτηριστικές ροζ-μωβ ταξιανθίες. Ανθίζει από τα μέσα Ιουλίου έως τον Οκτώβριο. 


Το δεύτερο συνθετικό του ονόματός της, προέρχεται από τις λατινικές λέξεις uni=ένα και floscule=μικρό άνθος και αναφέρεται στην ταξιανθία της, η οποία διαφοροποιείται από την τυπική κεφαλιόμορφη ταξιανθία των Compositae (= Σύνθετα) με τα πολυάριθμα και πολύ μικρά άνθη.


Ο Strid, στο Wild Flowers of Mount Olympus, αναφέρει πως η S. uniflosculosa είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα και χαρακτηριστικά φυτά των ανώτερων δασωμένων ζωνών του Ολύμπου, πιθανόν πιο κοινή εκεί παρά οπουδήποτε αλλού και συχνά κυρίαρχη σε δάση μαύρης πεύκης. Εμείς την συναντήσαμε στο όρος Λάκμος, το βορειότερο βουνό της Ν. Πίνδου, σε βραχώδεις θέσεις μέσα σε δάσος ελάτης.