Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Centaurea pumilio

Ελαφονήσι, 30/5/2014

Η Centaurea pumilio L. φωλιάζει μέσα στην άνυδρη άμμο της μεσογειακής παραλίας. Η ανθοφορία της φαντάζει ένας αγώνας δρόμου προτού ο ανελέητος ήλιος του καλοκαιριού αφαιρέσει και τις τελευταίες στάλες υγρασίας από τις αμμοθίνες. Και ως μια υποψία εξελικτικής διορατικότητας, πριν τον κατακλυσμό των παραλιών από επισκέπτες σε αριθμούς που ξεφεύγουν από τα όρια της αειφορικότητας.

Είναι ένα είδος της Ανατολικής Μεσογείου, με δυτικότερο άκρο εξάπλωσης τα ανατολικά παράλια της Ιταλίας. Στην Ελλάδα στολίζει τις αμμουδιές της Δ. Κρήτης, της Ν.Α. Πελοποννήσου και της Κεφαλονιάς. Φαίνεται να έχει μια ιδιαίτερη προτίμηση σε τοπωνύμια που ονομάζονται Ελάφονησος και Ελαφονήσι, καθώς εμφανίζεται σε αμφότερα τα δύο πανέμορφα νησάκια!



Οι αμμοθίνες συγκαταλέγονται στους οικοτόπους που δέχονται τις μεγαλύτερες ανθρωπογενείς πιέσεις, κυρίως για τουριστική ανάπτυξη. Η Centaurea pumilio περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας του 2009 και το οποίο μας πληροφορεί ότι προσπάθειες για ανεύρεσή της σε προηγούμενες θέσεις από όπου ήταν γνωστή σε Ηλεία και Κεφαλονιά δεν καρποφόρησαν. Στην παραλία της Βουλισμένης αλλά και στο απέναντι νησάκι του Ελαφονησιού στη Δ. Κρήτη, όπου τη συναντήσαμε, φύεται σε μεγάλους και εύρωστους πληθυσμούς, κυρίως χάρη στη βιώσιμη διαχείριση της παραλίας που προωθείται στην περιοχή.

Το σπάνιο αυτό είδος για την Ελλάδα προστατεύεται από το ΠΔ 67/81 και περιλαμβάνεται, εκτός του Βιβλίου Ερυθρών Δεδομένων, στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και στα Άλλα σημαντικά είδη φυτών του δικτύου "ΦΥΣΗ 2000".

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Centaurea kalambakensis

Τρίκαλα, 25/5/2014

Το γένος Centaurea φαίνεται να έχει ιδιαίτερη εκτίμηση στο νομό των Τρικάλων, αφού μέσα στα όριά του υπάρχουν τρία τοπικά ενδημικά είδη. Ένα από αυτά, η Centaurea kalambakensis Freyn & Sint., η οποία, όπως μαρτυρά το όνομά της, ενδημεί στην ευρύτερη περιοχή της Καλαμπάκας.

Η C. kalambakensis έχει εντοπιστεί μέχρι στιγμής μόνο σε δύο σημεία κοντά στην κωμόπολη της Καλαμπάκας. Πρόκεται για ένα τυπικό χασμόφυτο, που εκμεταλλεύεται το λιγοστό χώμα και νερό που υπάρχει μέσα στις σχισμές των τεράστιων βράχων της περιοχής και αναπτύσσεται στις κάθετες επιφάνειές τους, σε υψόμετρο περίπου 250 μ. Ανθίζει τους μήνες Μάιο και Ιούνιο.

Λόγω της πολύ μικρής περιοχής εξάπλωσής της, χαρακτηρίστηκε σπάνια στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων του 1995. Ο πληθυσμός της εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 300 άτομα. Αν και είναι σχετικά προστατευμένη στις απρόσιτες θέσεις όπου φύεται, οποιαδήποτε παρέμβαση ή αλλαγή στο βιότοπό της μπορεί να αποβεί μοιραία, γι' αυτό και στον Κόκκινο Κατάλογο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης (IUCN) συμπεριλαμβάνεται με το χαρακτηρισμό “Τρωτό”.

Η C. kalambakensis είναι ένα από τα φυτικά είδη προτεραιότητας του Παραρτήματος ΙΙ της Οδηγίας 92/43 και, επιπλέον, προστατεύεται από την Σύμβαση της Βέρνης και το ΠΔ 67/81. Ακόμη, συμπεριλαμβάνεται, εκτός του Βιβλίου Ερυθρών Δεδομένων (1995) και του Κόκκινου Καταλόγου της IUCN που προαναφέρθηκαν, στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ.

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Ranunculus cacuminis

Καϊμάκτσαλαν, 24/5/2014


Στα αλπικά λιβάδια του Καϊμάκτσαλαν η άνοιξη έρχεται αργά. Δίπλα στα χιόνια που λιώνουν και σχηματίζουν τα ατελείωτα ρυάκια του βουνού, μπορεί κανείς να παρατηρήσει αρκετά σπάνια είδη της ελληνικής χλωρίδας, ανάμεσά τους είδη ενδημικά του βουνού, όπως ο Crocus pelistericus, η Viola doerfleri και ο Ranunculus cacuminis

Ο Ranunculus cacuminis Strid & Papan. περιγράφηκε το 1978 από την κορυφή του όρους Καϊμάκτσαλαν. Το όνομά του προέρχεται από τη λατινική λέξη cacumen που σημαίνει κορυφή. Είναι ενδημικό του βουνού και απαντά και στις δύο πλευρές του, την ελληνική και αυτή της ΠΓΔΜ, σε υψόμετρο από τα 2000 μ. έως την κορυφή (2520 μ.). Φύεται σε υγρές βραχώδεις θέσεις, επάνω σε σχιστόλιθο. Η ανθοφορία του ξεκινά συνήθως γύρω στα μέσα Μαΐου και μπορεί να διαρκέσει μέχρι τις αρχές Ιουλίου.

Περιλαμβάνεται στα Βιβλία Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (1995 και 2009), στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου “ΦΥΣΗ 2000”. 


Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Campanula lyrata

Λέσβος, 11/5/2014

Η Campanula lyrata Lam. βρίσκεται σχεδόν σε κάθε γωνιά της Λέσβου. Από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τις κορυφές του Ολύμπου και του Λεπέτυμνου, στολίζει με μωβ πινελιές ασβεστολιθικούς ή ηφαιστειογενείς βραχώδεις σχηματισμούς. Είναι από τα πιο κοινά, αλλά συγχρόνως τα ομορφότερα αγριολούλουδα του νησιού και παραμένει ανθισμένη από τον Απρίλιο έως και τον Ιούνιο.

Λέσβος, 24/5/2013

Εκτός της Λέσβου, η C. lyrata απαντά και σε άλλα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, όπως η Σάμος και η Ικαρία, αλλά και ανατολικότερα, δηλαδή στην Τουρκία, την Ιορδανία και τη Γεωργία.

Λέσβος, 16/5/2014


Έχει συμπεριληφθεί τα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών που καταχωρήθηκαν για το δίκτυο “ΦΥΣΗ 2000”.  

Λέσβος, 14/4/2013

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Ophrys homeri

Λέσβος, 2/5/2014

Μετά την έκρηξη στην ανθοφορία εκπροσώπων του γενους Ophrys που συμβαίνει κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο στη Λέσβο, λίγα μόνο είδη παραμένουν ανθισμένα μέχρι και το Μάιο. Ανάμεσά τους, το σπάνιο είδος Ophrys homeri Hirth & Spaeth, στο οποίο έδωσαν το όνομα του Ομήρου το 1997, όταν ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε σε ένα από τα μέρη που διεκδικούν την πατρίδα του αρχαίου ποιητή, τη Χίο.

Είναι είδος ενδημικό των νησιών Λέσβος, Χίος και Κως του ανατολικού Αιγαίου και μιας περιοχής των απέναντι ακτών της Μικράς Ασίας. Χαρακτηρίζεται από όψιμη ανθοφορία, κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο. Φύεται σε φρύγανα, θαμνώνες, ελαιώνες και ανοιχτές θέσεις μέσα σε πευκοδάση, σε ξηρά και αλκαλικά εδάφη.

Όπως όλες οι άγριες ορχιδέες, η O. homeri προστατεύεται από το ΠΔ 67/81 και τη συνθήκη CITES για το διεθνές εμπόριο των απειλούμενων με εξαφάνιση ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας. 

Λέσβος, 13/4/2014

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Cyclamen rhodium

Πάρνωνας, 18/4/2012


Ένα ανοιξιάτικο ενδημικό κυκλάμινο, αλλά πολλά ονόματα... Τα δύο υποείδη του που φύονται στην Πελοπόννησο πέρασαν μια μικρή ονοματολογική Οδύσσεια, αφού αρχικά συμπεριλαμβανόταν ως ποικιλίες στο υποείδος peloponnesiacum του Cyclamen repandum και στη συνέχεια το ένα (vividum) έγινε υποείδος του άλλου (Cyclamen peloponnesiacum). Σύμφωνα με την τελευταία αναθεώρηση, στον Κατάλογο Αγγειοφύτων της Ελλάδας υπάρχει το Cyclamen rhodium Gorer ex O. Swarz & Lepper, το οποίο συμπεριλαμβάνει τρία υποείδη: το υποείδος rhodium, ενδημικό της Ρόδου και της Κω με ανοιχτόχρωμα έως λευκά άνθη, το υποείδος peloponnesiacum (Grey-Wilson) J. Compton & Culham σε Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα με εντονότερο χρωματισμό και το υποείδος vividum στη νοτιοανατολική Πελοπόννησο, με ακόμα πιο ζωηρό (vivid) χρώμα.


Τα δύο τελευταία υποείδη μας απασχόλησαν ιδιαίτερα κατά την επίσκεψή μας στον ορεινό όγκο του Πάρνωνα. Το C. rhodium ssp. peloponnesiacum έχει ροζ χρώμα και φέρει μια χαρακτηριστική σκουρότερη ζώνη στη βάση των πετάλων. Φύεται σε σκιερές τοποθεσίες μέσα σε δάση και τα φύλλα του έχουν συνήθως γκρι-ασημί σχέδια στην πάνω τους πλευρά. Στην Πελοπόννησο απαντά κυρίως στο κεντρικό τμήμα και στο όρος Ταΰγετος. Το C. rhodium ssp. vividum από την άλλη έχει ομοιόμορφα έντονο χρώμα, τα φύλλα του είναι παχύτερα, χωρίς σημάδια και φύεται σε περισσότερο ηλιόλουστες τοποθεσίες. Απαντά κυρίως στο νοτιοανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου. Υπάρχουν αναφορές ότι τα δύο υποείδη φύονται μαζί σε μια μικρή περιοχή του Πάρνωνα. Ίσως ήμασταν τυχεροί και πέσαμε επάνω σε αυτή την περιοχή, γιατί από τις φωτογραφίες που παραθέτουμε φαίνεται το ένα κυκλάμινο να μοιάζει περισσότερο με το υποείδος peloponnesiacum και το άλλο με το υποείδος vividum.


Και τα δύο πάντως προστατεύονται από τη συνθήκη CITES για το διεθνές εμπόριο των απειλούμενων με εξαφάνιση ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας και περιλαμβάνονται στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου “ΦΥΣΗ 2000”.

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Rhododendron luteum

Λέσβος, 23/3/2014

Το 401 π.Χ. ο στρατός των 10.000 μισθοφόρων Σπαρτιατών που είχαν πολεμήσει στο πλευρό του Κύρου, ξεκινά μετά την ήττα του Πέρση υποψήφιου βασιλιά το μακρινό ταξίδι της επιστροφής στην Ελλάδα. Για να αποφύγουν την οργή των στρατευμάτων του Αρταξέρξη, εναντίον του οποίου κινήθηκε ο αδερφός του Κύρος, αναγκάζονται να ακολουθήσουν διαφορετική διαδρομή από αυτήν που τους οδήγησε στα βάθη της Περσίας. Μετά από πολλές περιπέτειες και απώλειες από επιθέσεις των κατοίκων τις χώρες των οποίων διέσχιζαν, φτάνουν σε ένα χωριό κοντά στα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Εκεί, “τὰ δὲ σμήνη πολλὰ ἦν αὐτόθι, καὶ τῶν κηρίων ὅσοι ἔφαγον τῶν στρατιωτῶν πάντες ἄφρονές τε ἐγίγνοντο καὶ ἤμουν καὶ κάτω διεχώρει αὐτοῖς καὶ ὀρθὸς οὐδεὶς ἐδύνατο ἵστασθαι, ἀλλ᾽ οἱ μὲν ὀλίγον ἐδηδοκότες σφόδρα μεθύουσιν ἐἠικεσαν, οἱ δὲ πολὺ μαινομένοις, οἱ δὲ καὶ ἀποθνήισκουσιν”. Εν ολίγοις, οι κάτοικοι του χωριού αυτού έδωσαν στους στρατιώτες κηρήθρες από μελίσσια της περιοχής. Οι στρατιώτες που γεύτηκαν το συγκεκριμένο μέλι έχασαν σύντομα τις αισθήσεις τους ή καταλήφθηκαν από κρίσεις εμετού, χωρίς να μπορεί κανείς να σταθεί στα πόδια του, ενώ όσοι έφαγαν μικρή ποσότητα μελιού έμοιαζαν με μεθυσμένους. Δεν πέθανε κανείς τους και την επόμενη μέρα οι στρατιώτες είχαν συνέλθει, συνεχίζοντας τη μακριά πορεία τους, που έμεινε στην ιστορία ως η “Κάθοδος των Μυρίων”, χάρη στην καταγραφή της από τον Ξενοφώντα, που ήταν παρών και μάλιστα εκλεγμένος στρατηγός κατά τη διάρκεια της καθόδου.

Γιατί όμως η κατανάλωση του συγκεκριμένου “τρελού” μελιού (μαινόμενον για τους αρχαίους και παλαλόν ή ζαντόν στην ποντιακή διάλεκτο) είχε τόσο έντοντες επιδράσεις στους στρατιώτες; Η απάντηση κρύβεται στο φυτό από το οποίο παρασκευάστηκε το μέλι αυτό, που δεν είναι άλλο από το σπανιότατο για την Ελλάδα Rhododendron luteum Sweet.




Ο όμορφος αυτός θάμνος με τη γλυκιά μυρωδιά εξαπλώνεται σε περιοχές της βόρειας και δυτικής Τουρκίας, στην Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία και κάποιες χώρες της Ευρώπης (Αυστρία, Σλοβενία, Πολωνία, Λευκορωσία, Ρωσία, Ουκρανία). Στην Ελλάδα απαντά μόνο σε μια μικρή περιοχή της δυτικής Λέσβου, γνωστό με την ονομασία αγούιδουρας. Εκεί φύεται σε υγρές θέσεις, όπως όχθες ρεμάτων, μέσα σε δάση τραχείας, χαλέπιου ή μαύρης πεύκης, επάνω σε ηφαιστειακά πετρώματα και υψόμετρο από 60 έως 760 μ. Ανθίζει κυρίως τους μήνες Απρίλιο και Μάιο, αν και πολλές φορές αρκετά νωρίτερα, ήδη από τις αρχές Μαρτίου, όπως τη φετινή χρονιά.




Όλα τα μέρη του φυτού είναι τοξικά και η κατανάλωσή του μπορεί να οδηγήσει αμόμα και στο θάνατο, αν και συνήθως οι επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό είναι ηπιότερες και περιλαμβάνουν συμπτώματα όπως ζαλάδες, ναυτία, εμετούς, χαμηλή πίεση, βραδυκαρδία και παραισθήσεις. Η πρώτη αναφορά δηλητηρίασης από ροδόδενδρο, μέσω του τρελού μελιού, ήταν αυτή του Ξενοφώντα στο έργο του “Κύρου Ανάβασις”. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 67 π.Χ., η ιστορία επαναλήφθηκε, καθώς ο στρατός του Πομπηΐου του Μέγα δηλητηριάστηκε και πάλι από τρελό μέλι στην ίδια περίπου περιοχή του Πόντου, κατά τη διάρκεια του τρίτου Μιθριδατικού πολέμου.

Πάντως, όπως ισχύει για πολλά από τα ισχυρότερα δηλητήρια του φυτικού βασιλείου, ο αγούιδουρας της Λέσβου έχει χρησιμοποιηθεί, τουλάχιστον κατά το παρελθόν, ως φαρμακευτικό φυτό, το οποίο αναφέρεται από το Διοσκορίδη και τον Πλίνιο. Στη Γερμανία χρησιμοποιήθηκε ως φάρμακο για την υψηλή πίεση και αλλού για την αντιμετώπιση των ρευματικών παθήσεων ή κάποιων γαστρεντερικών διαταραχών. Η χρήση του όμως σταμάτησε λόγω των παρενεργειών που εμφανίζονταν. Έχουν αναφερθεί περιστατικά δηλητηριάσεων ακόμα και με πολύ μικρές ποσότητες τρελιού μελιού, της τάξης του ενός ή δύο κουταλιών του γλυκού και ένα ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει από τις καταγεγραμμένες περιπτώσεις δηλητηριάσεων είναι ότι η συντριπτική τους πλειοψηφία αφορά άντρες μεσήλικες (σε ποσοστό που αγγίζει ακόμα και το 90%), λόγω της ιδιότητας που πιστεύεται ότι έχει το τρελό μέλι να βοηθά σε σεξουαλικές δυσλειτουργίες.




Στη Λέσβο, όπως μας πληροφορούν οι Γιάννης Μπαζός και Αρτέμιος Γιαννίτσαρος στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας, η παρουσία του ροδόδεντρου έγινε γνωστή από τον Candargy στο τέλος του 19ου αιώνα. Επειδή η μεγάλη του τοξικότητα αποβαίνει ιδιαίτερα επικίνδυνη στην περίπτωση κατανάλωσής του από ζώα, έγινε ανεπιθύμητο από κατοίκους της περιοχής που ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, με αποτέλεσμα την εξαφάνιση του φυτού από μια ακόμα θέση όπου εξαπλωνόταν παλιότερα. Σήμερα, η συνολική εξάπλωσή του δεν ξεπερνά τα 40 τ.χιλ., μέσα στα οποία βρίσκεται σε μικρές συστάδες αποτελούμενες από λίγα άτομα, πληρώντας έτσι τα κριτήρια για την ένταξή του στην κατηγορία “Τρωτό”, σύμφωνα με την IUCN. Το ροδόδεντρο προστατεύεται από το ΠΔ 67/81 και περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43 και στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ.