Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Colchicum graecum

Λάκμος, 27/8/2011

Ένα κολχικό ενδημικό της Ελλάδας, όπως φανερώνει το όνομά του. Το Colchicum graecum K. Perss. απαντά σε βουνά της Πίνδου, της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Φύεται σε ξηρές, πετρώδεις πλαγιές, σε ασβεστόλιθο, σχιστόλιθο ή οφιολιθικά πετρώματα και υψόμετρο από 1300 έως 2400 μ., αν και κατεβαίνει μέχρι τα 900 μ. μέσα σε χαράδρες ή σε πλαγιές με Β ή ΒΑ προσανατολισμό.     

Το C. graecum ανήκει στα φθινοπωρινά κολχικά, αλλά βιάζεται περισσότερο να φέρει το φθινόπωρο από τα άλλα, καθώς χαρακτηρίζεται από πολύ πρώιμη άνθιση. Η περίοδος ανθοφορίας του πολλές φορές ξεκινά από τα τέλη του Ιουλίου και διαρκεί μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Τα φύλλα του και οι καρποί του εμφανίζονται από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο.

Περιλαμβάνεται στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Jovibarba heuffelii

Καμβούνια, 3/8/2012


"Old wryters do call it Iovis barba, Iupiter's Bearde, & holde an Opynion supersticously 
that in what house so ever it groweth, no Lyghtning or Tempest 
can take place to doe any harm there."
William Bullein, 1562


Το γένος Jovibarba είναι στενά συγγενικό με το Sempervivum. Διαφέρει κυρίως στα άνθη, τα οποία δεν είναι ακτινωτά και έχουν 6 πέταλα, σε αντίθεση με το Sempervivum που έχει άνθη με 8-16 πέταλα.

Το Jovibarba heuffelii (Schott) Á. Löve & D. Löve απαντά στα βουνά των Βαλκανίων και τα ανατολικά Καρπάθια, ενώ στην Ελλάδα κατεβαίνει μέχρι τον Τυμφρηστό. Καλλιεργείται ευρύτατα σε πολλά σημεία του πλανήτη. Μάλιστα στις ΗΠΑ έχει διαφύγει από καλλιέργεια και έχει εγκλιματιστεί στο βόρειο Ουισκόνσιν. Φύεται σε ξηρές, βραχώδεις θέσεις, σε αλπικά λιβάδια, γενικά σε ασβεστόλιθο, αλλά κάποιες φορές σε σχιστόλιθο, σερπεντίνη ή άλλα υποστρώματα. Ανθίζει από τέλη Ιουνίου έως και τον Αύγουστο, σε υψόμετρα από 1000 έως 2300 μ., αν και κάποιες φορές κατεβαίνει στα 100 μ. μέσα σε χαράδρες.

Προστατεύεται από το ΠΔ 67/81 και περιλαμβάνεται στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».


Το όνομα Jovibarba προέρχεται από τις λέξεις Jovis, ο Δίας του ελληνικού δωδεκάθεου, και barba, δηλαδή γενειάδα στα λατινικά, κάτι που ίσως αναφέρεται στα βλεφαριδωτά πέταλα του φυτού. Μια ενδιαφέρουσα πηγή αναφέρει ότι το γένος αυτό ταυτίστηκε με τον Δία ή τον Θορ, θεότητες που όριζαν τον κεραυνό στην ελληνική και γερμανική/σκανδιναβική μυθολογία αντίστοιχα. Για το λόγο αυτό κατά το μεσαίωνα, ίσως και από την αρχαιότητα, οι άνθρωποι καλλιεργούσαν είδη Jovibarba στις στέγες των σπιτιών τους, με την πεποίθηση ότι έτσι προστατεύουν το σπίτι από τους κεραυνούς. Σε σλαβικά έθνη η παράδοση αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Sempervivum ciliosum

Καμβούνια, 3/8/2012

Sempervivum, δηλαδή αυτό που ζει για πάντα. Το όνομα δόθηκε στα φυτά του γένους λόγω της ικανότητάς τους να διατηρούν τα φύλλα τους κατά τη διάρκεια του χειμώνα και να αντέχουν σε δύσκολες περιβαλλοντικές συνθήκες, αποθηκεύοντας νερό στα παχιά φύλλα τους. Το γένος περιλαμβάνει περίπου 40 είδη, 5 εκ των οποίων απαντούν στην Ελλάδα.

Το Sempervivum ciliosum Craib είναι ενδημικό μιας σχετικά μικρής περιοχής της κεντρικής Βαλκανικής χερσονήσου, η οποία περιλαμβάνει τη Β Ελλάδα, τη ΝΔ ΠΓΔΜ και τη Δ Βουλγαρία. Στην Ελλάδα υπάρχουν αναφορές για τα βουνά του βορρά Μπούτσι, Σινιάτσικο και Βούρινος, ενώ εμείς το συναντήσαμε στα Καμβούνια.

Προτιμά ορεινές βραχώδεις τοποθεσίες, επάνω σε ασβεστόλιθο, σχιστόλιθο ή σερπεντίνη και υψόμετρα από 1000 έως 2100 μ. Η περίοδος ανθοφορίας του περιλαμβάνει τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.

Προστατεύεται από το ΠΔ 67/81 και περιλαμβάνεται στον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και τα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Parnassia palustris

Βάλια Κάλντα, 6/8/2012

Το γένος Parnassia, μοναδικό της οικογένειας Parnassiaceae, περιλαμβάνει περίπου 50 είδη, τα περισσότερα από τα οποία κατανέμονται στην Κίνα και την περιοχή των Ιμαλαΐων. Στην Ελλάδα αντιπροσωπεύεται από την Parnassia palustris L., είδος αρκετά διαδεδομένο στον κόσμο, που απαντά σε όλη σχεδόν την Ευρώπη, τη ΒΔ Αφρική, εύκρατες και αρκτικές περιοχές της Ασίας και τη Β Αμερική. Στο νότο, όπως και στην Ελλάδα, η εξάπλωσή της περιορίζεται στα βουνά.

Φύεται σε υγρά εδάφη, δίπλα σε ρυάκια, ρέματα ή βάλτους και σε υψόμετρα από 600 έως 2100 μ. Η ανθοφορία της ξεκινάει τον Ιούλιο και πολλές φορές διαρκεί μέχρι και τον Οκτώβριο.



Αυτό που τραβά αμέσως την προσοχή στο άνθος της P. palustris είναι οι αδένες που μοιάζουν με μικρές κίτρινες σταγόνες. Οι απόψεις για τη χρησιμότητα αυτών των αδένων διίστανται. Αφ’ ενός υπάρχει η άποψη ότι, εφόσον μοιάζουν με σταγόνες νέκταρος, ξεγελούν και έλκουν τα έντομα, υποβοηθώντας έτσι την επικονίαση.

Από την άλλη, ο Heckel το 1876 υποστήριξε, αποδεικνύοντας με πειράματα, ότι οι αδένες αυτοί παράγουν ένα κολλώδες υγρό, στο οποίο μπορούν να παγιδευτούν μικρά έντομα. Όπως και σε άλλα εντομοφάγα είδη, πχ Drosera, το υγρό αυτό γίνεται περισσότερο άφθονο μετά από ερεθισμό των αδένων από τα έντομα και έχει την ικανότητα να τα αποσυνθέτει.

Αν και δεν έχει αποδειχθεί ότι η P. palustris μπορεί να απορροφήσει όντως τα θρεπτικά συστατικά που απελευθερώνονται από την αποσύνθεση αυτών των εντόμων, πολλά φυτικά είδη έχουν την ικανότητα να παράγουν αντίστοιχες εκκρίσεις στις οποίες παγιδεύονται και στη συνέχεια αποσυντίθενται έντομα. Τα φυτά αυτά, σύμφωνα με τον Μανέτα*, είναι εν δυνάμει σαρκοφάγα. Πιθανόν να μπορούν να απορροφήσουν τα αζωτούχα συστατικά του αποσυντιθέμενου εντόμου, συμπληρώνοντας έτσι τις ανάγκες τους σε άζωτο. Άλλωστε, φυτά που ζουν σε υγρά εδάφη, κυρίως γύρω από βάλτους, αντιμετωπίζουν έλλειψη αζώτου στο περιβάλλον τους.

* Μανέτας Γιάννης, 2010. Τι θα έβλεπε η Αλίκη στη χώρα των φυτών

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

Rhynchocorys elephas

Σμόλικας, 17/6/2012

Υπάρχουν ελέφαντες στην Ελλάδα; 

Ναι, τουλάχιστον στο φυτικό βασίλειο. Το πάνω χείλος της στεφάνης του Rhynchocorys elephas (L.) Griseb. αγκαλιάζει το στύλο μοιάζοντας πολύ με προβοσκίδα. Πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο είδος τόσο μορφολογικά όσο και βιολογικά, αφού είναι ημιπαράσιτο.

Η εξάπλωση του μικρού ελέφαντα περιλαμβάνει τη Ν Ιταλία, τη Ν Βαλκανική, την Ανατολία, τις χώρες του Καυκάσου και το Ν και Κ Ιράν. Στην Ελλάδα εμφανίζεται κυρίως στο Βορρά, στα βουνά της Πίνδου και το Καϊμακτσαλάν, με  μία απομακρυσμένη εμφάνιση στην Οίτη.

Αγαπά την υγρασία και εμφανίζεται σε υγρά λιβάδια και ρέματα, σε υψόμετρο μεταξύ 1000-2000 μ., πάνω σε σχιστόλιθο ή σερπεντίνη. Ανθίζει από τον Ιούλιο μέχρι το Σεπτέμβριο, ανάλογα με το υψόμετρο. 


Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Stachys ionica

Λευκάδα, 21/5/2012

Τα απόκρημνα βράχια των δυτικών ακτών της Λευκάδας μετατρέπονται σε βελούδινα μαξιλάρια με τη βοήθειά του. Ο λόγος για το Stachys ionica Halácsy, ένα φυτό που ενδημεί στην περιοχή του Ιονίου και εξαπλώνεται, εκτός της Λευκάδας, στη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά, την Ιθάκη, καθώς και στο νησάκι Οξιά, κοντά στις εκβολές του Αχελώου.


Είναι χασμόφυτο και φύεται αποκλειστικά σε ρωγμές βράχων κατά μήκος των ακτών. Η πιο εντυπωσιακή παρουσία του είναι στο χωριό Άγιος Νικήτας της Λευκάδας, όπου βγαίνει ανάμεσα στις πέτρες παλιών τοίχων. Ανθίζει από το Μάιο μέχρι τα μέσα Ιουλίου.



Ο S. ionica προστατεύεται από το ΠΔ 67/81 και περιλαμβάνεται στον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και τα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000». 

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Dianthus myrtinervius ssp. caespitosus

Καϊμακτσαλαν, 22/7/2012

Το γένος Dianthus, το «Διός άνθος» κατά τους αρχαίους, περιλαμβάνει γύρω στα 70 είδη και υποείδη στην Ελλάδα. Πάνω από το ένα τρίτο αυτών είναι ενδημικά της χώρας μας.

Ο Dianthus myrtinervius Griseb. φαίνεται να μην αναγνωρίζει σύνορα και τεχνητά όρια, αφού τον μοιραζόμαστε με τη γειτονική ΠΓΔΜ. Το υποείδος myrtinervius ενδημεί στο Βαρνούντα και το Βίτσι, ενώ το υποείδος caespitosus Strid & Papan. στο Καϊμακτσαλαν.

Φύεται σε βραχώδεις περιοχές μέσα σε λιβάδια, σε σχιστόλιθο ή ασβεστόλιθο, από τα 1700 έως τα 2500 μ. Ανθίζει από τα τέλη Ιουνίου έως τα μέσα Αυγούστου.

Προστατεύεται από το ΠΔ 67/81 και περιλαμβάνεται στον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και τα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».