Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Fritillaria obliqua ssp. obliqua

Σχοινιάς, 25/2/2012

Η Fritillaria obliqua Ker-Gawler ssp. obliqua με τα σκούρα άνθη και το γλυκό άρωμά της μοιάζει να πενθεί το χειμώνα που φεύγει. Ίσως γι’ αυτό κάποτε της δόθηκε το όνομα tristis, δηλαδή η θλιμμένη. Πρόκειται για ένα από τα πιο ιδιαίτερα και σπάνια αγριολούλουδα της Αττικής.

Είναι ενδημική της Α. Στερεάς και απαντά στην περιοχή του Σχοινιά και τα όρη Πεντέλη, Πάρνηθα, Τουρκοβούνια και Μερέντα της Αττικής και τα όρη Όλυμπος και Οχθωνιά της Κ. Εύβοιας. Το έτερο υποείδος tuntasia ενδημεί στις Δ. Κυκλάδες (Γυάρος, Κύθνος, Σέριφος). Φύεται από το επίπεδο της θάλασσας, έως τα 1000 μ. περίπου, σε ασβεστολιθικά βραχώδη ή πετρώδη εδάφη, φρύγανα, αραιή θαμνώδη βλάστηση ή παρυφές δασών Pinus halepensis. Ανθίζει από τέλη Φεβρουαρίου έως αρχές Απριλίου, ανάλογα με το υψόμετρο.

Η συνολική έκταση που καταλαμβάνει είναι μικρή, κατακερματισμένη και επιπλέον είναι κοντά ή μέσα σε περιοχές όπου παρατηρείται έντονη ανθρώπινη δρατηριότητα. Ως εκ τούτου, οι πληθυσμοί της απειλούνται από οικοδομικά έργα, βόσκηση, πυρκαγιές, απόθεση απορριμμάτων, αλλά και ανεξέλεγκτη συλλογή και έτσι το μέγεθός τους και ο αριθμός των ώριμων ατόμων μέσα σε αυτούς συνεχώς μειώνονται. Για το λόγο αυτό η μαύρη φριτιλλάρια συμπεριλαμβάνεται σε όλους σχεδόν τους καταλόγους απειλούμενων ειδών και προστατεύεται σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, όμως, μέχρι τώρα. 

Συγκεκριμένα, προστατεύεται από την Οδηγία 92/43, την Σύμβασης της Βέρνης για την Προστασία της Άγριας Ζωής και του Φυσικού Περιβάλλοντος, το ΠΔ 67/81 του Ελληνικού κράτους, ενώ συμπεριλαμβάνεται και στα δύο Βιβλία Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Ειδών που έχουν βγει για την Ελλάδα, όπου χαρακτηρίζεται ως «Σχεδόν Απειλούμενο», στον Κόκκινο Κατάλογο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης ως «Κινδυνεύον», στον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν Προστασίας του Ο.Η.Ε. και στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000». 


Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Haberlea rhodopensis

Παγγαίο, 26/6/2011

Η Haberlea rhodopensis Friv. είναι το δεύτερο μέλος της οικογένειας Gesneriaceae που παρουσιάζουμε. Περιγράφηκε το 1835 από το βοτανικό Emerich Frivaldszky von Frivald (1799-1870), ο οποίος τη συνέλεξε κοντά στο μοναστήρι Batshkovo στη βουλγαρική Ροδόπη και την ονόμασε έτσι προς τιμήν του Ούγγρου βοτανικού Carl Constantin Haberle (1764-1832). 

Η εξάπλωσή της περιλαμβάνει περιοχές της Β.Α. Ελλάδας και της Κ. και Ν. Βουλγαρίας. Στον ελλαδικό χώρο απαντά στην οροσειρά της Ροδόπης, στα βουνά Παγγαίο, Φαλακρό, Μενοίκιο, Παπίκιο, καθώς και στο φαράγγι του Νέστου. Τυπικό χασμόφυτο, φύεται σε υγρούς και σκιερούς βράχους ορεινών περιοχών, φθάνοντας έως και τα 1950 μ. ή κατεβαίνοντας στο επίπεδο της θάλασσας μέσα σε χαράδρες. Η ανθοφορία της ξεκινά το Μάιο και διαρκεί μέχρι τον Ιούλιο, ανάλογα με το υψόμετρο.  

Με το άλλο μέλος της οικογένειας, Ramonda serbica, ανήκουν σε μια κατηγορία φυτών που ονομάζονται resurrection plants, λόγω της ιδιότητας που έχουν να «ανασταίνονται» μετά από από μια περίοδο, κατά την οποία φαίνονται να είναι νεκρά λόγω της παρατεταμένης ξηρασίας. Η H. rhodopensis μπορεί να αντέξει χωρίς νερό για περισσότερο από τρία χρόνια. Η ανθεκτικότητα αυτή που επιδεικνύει σε συνθήκες ξηρασίας, σε συνδυασμό με τα εξαιρετικά όμορφα άνθη της και την ευκολία με την οποία καλλιεργείται, την έχουν κάνει πολύ δημοφιλές είδος για καλλιέργεια σε βραχόκηπους (με μόνο 3,95 € για 10 σπέρματα…).

Αυτό ίσως να εξασφαλίζει καλύτερες πιθανότητες επιβίωσης του είδους, αν και ο κίνδυνος εξαφάνισής του προς το παρόν δεν είναι άμεσος. Η εξάπλωση του είδους μπορεί να είναι περιορισμένη, αλλά οι θέσεις όπου φύεται είναι απόμερες και σχετικά δύσκολα προσβάσιμες. Οι πληθυσμοί του είναι γενικά σταθεροί στην Ελλάδα, αλλά πολύ περισσότερο στη Βουλγαρία όπου είναι και μεγαλύτεροι. Πιθανοί κίνδυνοι είναι η καταστροφή των βιοτόπων του από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως διάνοιξη δρόμων ή άλλα τεχνικά έργα. Η Η. rhodopensis προστατεύεται από τη Σύμβαση της Βέρνης για την Προστασία της Άγριας Ζωής και του Φυσικού Περιβάλλοντος, το Π.Δ. 67/81, ενώ συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας με το χαρακτηρισμό «Τρωτό», τον Κόκκινο Κατάλογο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης ως «Ελάχιστα Ανησυχητικό» και στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».

Κλείνοντας θα είχε ενδιαφέρον να παρουσιάσουμε μια σειρά από ενδιαφέρουσες και απροσδόκητες χρήσεις και απεικονίσεις που συναντήσαμε στο διαδίκτυο και αφορούν τη Haberlea: εικόνα του φυτού σε τηλεκάρτα από τη Βουλγαρία, σε πορσελάνινο πιάτο ζωγραφισμένο από την ίδια τη Νίκη Γουλανδρή, περιοχή της Γλασκώβης που ονομάζεται “Haberlea Gardens” και, τέλος, θεραπεία ανάπλασης δέρματος σε ινστιτούτο αισθητικής με Η. rhodopensis ή κρέμα περιποίησης προσώπου, για την παρασκευή της οποίας «η Haberlea rhodopensis συλλέγεται με το χέρι από την οροσειρά της Ροδόπης στη Βουλγαρία»!  


Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Asperula muscosa

Όλυμπος, 16/7/2011

Αυτή η μικρή ασπέρουλα (Asperula muscosa Boiss. &Heldr.) είναι ένα ακόμα στενότοπο ενδημικό φυτό του Ολύμπου, που ανακάλυψε ο Theodore Heldreich το 1851, κατά την ανάβασή του στο βουνό.

Εντοπίζεται σε ξηρές, βραχώδεις θέσεις μέσα σε δάσος με μαυρόπευκα ή ρόμπολα, μερικές φορές και σε ανοιχτά δάση οξιάς, σε υψόμετρο 1200-2000 μ. Τα λευκά μικροσκοπικά του ανθάκια που δεν ξεπερνάνε τα 4 χιλ. εμφανίζονται από τα τέλη Ιουνίου έως τις αρχές Σεπτεμβρίου.

Περιλαμβάνεται στο Κόκκινο Βιβλίο του 1995, τον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν προστασίας του Ο.Η.Ε., τον κατάλογο με τα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000», ενώ το 1997 υπήρχε και στον Κόκκινο Κατάλογο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης με το χαρακτηρισμό «σπάνιο».

Είναι στενά συγγενική με την Asperula baenitzii, τοπικό ενδημικό είδος της Αττικής. Η τελευταία εμφανίζεται στα όρη Πατέρας και Πάρνηθα, ενώ έχει επίσης αναφερθεί από το όρος Αιγάλεω και είναι Κινδυνεύον σύμφωνα με το Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων.

Η οικογένεια Rubiaceae, αντιπροσωπεύεται στην Ευρώπη κυρίως με ποώδη φυτά, τα οποία έχουν αντίθετα φύλλα και φέρουν φυλλόμορφα παράφυλλα. Πρόκειται όμως για οικογένεια που περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο τροπικά και ξυλώδη είδη, αρκετά από τα οποία είναι σημαντικά από οικονομικής απόψεως. Σε αυτήν ανήκει εξάλλου και το Coffea arabica, στο οποίο πολλοί από εμάς βασίζουμε το πρωινό μας ξύπνημα! Επίσης σε αυτήν εντάσσεται το γένος Cinchona, το οποίο περιλαμβάνει δενδρώδη είδη, από το φλοιό των οποίων πρωτοπαρασκευάσθηκε η κινίνη, φάρμακο που ήταν υπεύθυνο για τον περιορισμό της μάστιγας της ελονοσίας.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Colchicum doerfleri

Μπούρινος, 26/3/2011

Το Colchicum doerfleri Halácsy είναι κατά βάση ένα κολχικό των χαμηλών και μέτριων υψομέτρων, αν και ανεβαίνει μέχρι τα 2000 μ. σε αρκετά ελληνικά βουνά. Είναι ενδημικό της Βαλκανικής χερσονήσου και η εξάπλωσή του περιλαμβάνει τη Β. Ελλάδα, την Α. Αλβανία, τη Ν. πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Ν.Δ. Βουλγαρία. Φύεται σε βραχώδεις και χαλικώδεις θέσεις με θαμνώνες, ανάμεσα σε κέδρους και πουρνάρια. Ανθίζει από Ιανουάριο έως Απρίλιο. Το C. doerfleri ξεχωρίζει από τα άλλα είδη κολχικών από τα χαρακτηριστικά φαρδιά του φύλλα, τα οποία έχουν βλεφαριδωτές παρυφές.

Περιλαμβάνεται στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000», ενώ στη γειτονική Βουλγαρία έχει χαρακτηριστεί «Κινδυνεύον» και συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων της χώρας.

Σινιάτσικο, 17/3/2011

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Centaurea pawlowskii

Φαράγγι Βίκου, 3/7/2011


Η Centaurea pawlowskii Phitos & Damboldt εμφανίζεται στη χώρα μας σε Τύμφη, Τραπεζίτσα και Σμόλικα, αλλά και στη γειτονική Π.Γ.Δ.Μ. Παρά την περιορισμένη γεωγραφική κατανομή της, καμία χώρα δεν μπορεί να τη διεκδικήσει ως εθνικό ενδημικό της. Αυτό ενδεχομένως να αποτελεί μια αδυναμία του ορισμού του ενδημισμού, αφού η διάσπαση από πολιτικά σύνορα της περιοχής εξάπλωσής της, την «υποβιβάζει» από εθνικό σε βαλκανικό ενδημικό. Ίσως αυτό να δημιουργεί παρεξηγήσεις όσον αφορά τη σπανιότητα και τη σημαντικότητά της. 

Φύεται σε σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, σε υψόμετρο 1700-2350 μ., αλλά στο φαράγγι του Βίκου κατεβαίνει μέχρι τα 900 μ. Ανθίζει τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο.

Η C. pawlowskii προστατεύεται από το Π.Δ. 67/81 και συμπεριλαμβάνεται στον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν προστασίας του Ο.Η.Ε. και τα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000». Περιλαμβανόταν στον Κόκκινο Κατάλογο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης το 1997 και το 2007 με το χαρακτηρισμό «σπάνιο», αλλά όχι και στην τελευταία έκδοση του καταλόγου.



Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Centaurea zuccariniana

Κόνιτσα, 1/7/2011


Το γένος Centaurea είναι πλούσιο σε είδη - 300 έως 600, ανάλογα με το βαθμό σύμπτυξης ή διαίρεσης που ακολουθεί κάθε προσέγγιση - τα οποία εξαπλώνονται  κυρίως στην περιοχή της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής. Μαζί με το γένος Silene μοιράζονται την πρωτιά σε αριθμό ειδών στον ελλαδικό χώρο, καθώς αμφότερα περιλαμβάνουν περίπου από 120 είδη. Το γένος Centaurea είναι επίσης πρώτο σε αριθμό ενδημικών taxa (είδη και υποείδη) στην Ελλάδα, αφού ο αριθμός τους ανέρχεται στα 75. Η ταξινόμηση του γένους έχει παιδέψει και συνεχίζει να παιδεύει πολύ τους βοτανικούς, λόγω της μεγάλης ενδοειδικής παραλλακτικότητας και της ευκολίας με την οποία τα είδη υβριδίζουν.

Το γένος πήρε το όνομά του από τους Κενταύρους της ελληνικής μυθολογίας και έχει χρησιμοποιηθεί ανά τους αιώνες για πλήθος θεραπευτικών σκοπών. Μάλιστα, το όνομα αποδίδεται συγκεκριμένα στον Κένταυρο Χείρωνα, δάσκαλο του Ασκληπιού, ο οποίος ήταν, σύμφωνα πάντα με τη μυθολογία, σπουδαίος γιατρός και βοτανοθεραπευτής. Έτσι λοιπόν, τα κενταύρια έχουν χρησιμοποιηθεί για την επούλωση πληγών, ως εμμηναγωγά, καθαρτικά, στυπτικά, καταπραϋντικά, αποχρεμπτικά, χωνευτικά, διουρητικά, αντιπυρετικά, εκτρωτικά, κ.α. Ίσως κάποιο είδος Centaurea να είναι το Μέγα Κενταύριο του Χείρωνα, που χρησιμοποίησε για να γιατρέψει την πληγή που του είχε κάνει ο Ηρακλής στο πόδι. Ο Διοσκουρίδης εξάλλου, εξυμνεί τις επουλωτικές ιδιότητες του φυτού.

Η Centaurea zuccariniana DC. είναι ενδημικό είδος της ΝΔ Βαλκανικής. Απαντά στις ηπειρωτικές περιοχές της Ελλάδας και στη Ν. Αλβανία, σε ξηρούς θαμνώνες σε μεσαία υψόμετρα. Συμπεριλαμβάνεται στον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν προστασίας του Ο.Η.Ε.

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Geranium thessalum

Σινιάτσικο, 11/6/2011

Το Geranium thessalum Franzén διεκδικεί επάξια τον τίτλο του πιο ιδιαίτερου γερανιού της Ελλάδας. Είναι πολύ όμορφο, αλλά και σπάνιο, αφού εντοπίζεται μόνο στο όρος Σινιάτσικο (Άσκιο) της Δ. Μακεδονίας. Μάλιστα, παλαιότερα θεωρούταν ενδημικό του Σινιάτσικου, μέχρι που εντοπίστηκε και στη γειτονική Π.Γ.Δ.Μ.
 
Είναι στενά συγγενικό με το G. subcaulescens και η εμφανέστερη διαφορά τους βρίσκεται στο στύλο, ο οποίος είναι άσπρος στο G. thessalum, αλλά μαύρος στο G. subcaulescens. Απαντά στην υπαλπική ζώνη του Σινιάτσικου, σε πετρώδεις θέσεις και βράχους, από τα 1670 μ. μέχρι την κορυφή (2111 μ.). Ανθίζει από Ιούνιο μέχρι τέλη Ιουλίου.
 
Συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας, στον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν προστασίας του Ο.Η.Ε. και στα Άλλα Σημαντικά Φυτά του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000». Σύμφωνα με το Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων, το G. thessalum πληροί τα κριτήρια ώστε να ενταχθεί στον Κόκκινο Κατάλογο της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης ως τρωτό, κυρίως λόγω της περιορισμένης έκτασης στην οποία φύεται, σε συνδυασμό με το μικρό αριθμό ενήλικων ατόμων (1000). Απειλές του πληθυσμού του μπορεί να είναι η υπερβόσκηση ή πιθανή πυρκαγιά.

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Globularia alypum

Σιθωνία, 13/2/2011

Η Globularia alypum L. είναι ένας μικρός αειθαλής ημίθαμνος που σπάνια ξεπερνάει τα 60 εκ. σε ύψος. Τα μικρά γαλαζωπά-μωβ και αρωματικά του άνθη είναι συγκεντρωμένα σε κεφαλιόμορφες ταξιανθίες που θυμίζουν αρκετά αυτές των Compositae.
 
Απαντά στο μεγαλύτερο μέρος της μεσογειακής περιοχής, σε ξηρές πετρώδεις θέσεις κοντά στο υψόμετρο της θάλασσας, μαζί με άλλους θάμνους και ημίθαμνους ή μέσα σε πευκοδάση. Προτιμά τα ασβεστολιθικά εδάφη.
 
Όπως μαρτυρούν και οι φωτογραφίες, είναι εξαιρετικό μελισσοτροφικό φυτό, δίνοντας  πολύτιμο νέκταρ και γύρη στην αρχή της μελισσοκομικής περιόδου, αφού η ανθοφορία του ξεκινά μέσα στον Φεβρουάριο.
 
Χρησιμοποιείται εκτεταμένα στην παραδοσιακή ιατρική πράγμα που αντικατοπτρίζεται και στην ποικιλία των τοπικών του ονομάτων: στουρέκι, σιδέρι, χορτάρι της προβατίνας κ.ά. Οι πιο γνωστές από τις ιδιότητες που του αποδίδονται είναι καθαρτικές και διουρητικές, αλλά νομάδες στην έρημο της Τυνησίας το χρησιμοποιούν για να γιατρεύουν έλκη του στομάχου. Τα τελευταία χρόνια το φυτό έχει γίνει αντικείμενο εκτεταμένων ερευνών όσον αφορά την περιεκτικότητά του σε δευτερογενείς μεταβολίτες και την αντιοξειδωτική του δράση.