Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Brassicaceae. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Brassicaceae. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Το γένος Bornmuellera στην Ελλάδα

Bornmuellera tymphaea

Το γένος με το αστείο όνομα που παρουσιάζουμε σήμερα, εκπροσωπείται στην Ελλάδα από 4 ενδιαφέροντα taxa: ένα είδος, δύο υποείδη και ένα υβρίδιο, όλα ενδημικά μιας περιορισμένης περιοχής στη βορειοδυτική Ελλάδα – εκτός της Bornmuellera baldaccii subsp. baldaccii, η εξάπλωση της οποίας φτάνει μέχρι την Αλβανία – και όλα φυόμενα επάνω στα σερπεντινικά πετρώματα της περιοχής αυτής, που σημαίνει ότι ανέχονται τις υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων, όπως νικελίου, συσσωρεύοντάς τα στους ιστούς τους. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά.

Bornmuellera tymphaea

Bornmuellera tymphaea (Hausskn.) Hausskn.

Η Bornmuellera tymphaea είναι ενδημική μιας μικρής περιοχής της Πίνδου, ενώ απαντά και στο όρος Βούρινος, πάντα επάνω σε σερπεντινικά υποστρώματα. Φύεται σε βράχια, σταθεροποιημένες σάρες, λιβάδια και άκρες δρόμων, συχνά άφθονη σε διαταραγμένα εδάφη, σε υψόμετρα από 700 έως 2200 μ. και ανθίζει από το Μάιο μέχρι τις αρχές του Ιουλίου. Συμπεριλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και τα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών που καταχωρήθηκαν για το δίκτυο “ΦΥΣΗ 2000”.


Bornmuellera baldaccii subsp. rechingeri

Bornmuellera baldaccii (Degen) Heywood

To δεύτερο είδος του γένους που απαντά στην Ελλάδα είναι η Bornmuellera baldaccii. Το είδος αυτό χωρίζεται σε δύο υποείδη: τη B. baldaccii subsp. baldaccii, που εξαπλώνεται βόρεια του Σμόλικα, μέχρι την Αλβανία, και τη B. baldaccii subsp. rechingeri Greuter, ενδημική της περιοχής νότια του Σμόλικα, μέχρι το πέρασμα της Κατάρας. Τα δύο υποείδη μπορεί να είναι τοπικά άφθονα, αλλά πάντα σε σερπεντινικά υποστρώματα, σε βραχώδεις θέσεις, πετρώδη λιβάδια ή σταθεροποιημένες σάρες και υψόμετρο από 1400 έως 1800 μ. Ανθίζουν από τα μέσα Μαΐου μέχρι τον Ιούλιο και περιλαμβάνονται στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου “ΦΥΣΗ 2000”.


Bornmuellera baldaccii subsp. rechingeri

Bornmuellera baldaccii x tymphaea

Τα δύο αυτά είδη, όταν συναντηθούν, υβριδίζουν χωρίς ενδοιασμούς και αναστολές. Το αποτέλεσμα; Η B. baldaccii x tymphaea, ένα υβρίδιο που με την πρώτη ματιά θυμίζει το είδος baldaccii, αλλά έχει χαρακτηριστικά ενδιάμεσα των δύο γονέων. Απαντά στη βόρεια Πίνδο, κοντά στον ένα ή και τους δύο γονείς του και έχει βρεθεί σε υψόμετρα από 1600 έως 2100 μ. Δυστυχώς δε σταθήκαμε τυχεροί στην ανεύρεση του υβριδίου. Ίσως την επόμενη φορά...


* Όλες οι λήψεις έγιναν στις 4/5/2013, στη Βασιλίτσα Γρεβενών.

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Alyssum doerfleri

Όρλιακας, 4/5/2013

Το γένος Alyssum είναι από τα μεγαλύτερα σε αριθμό ειδών γένη της οικογένειας των Σταυρανθών: 120-150 είδη εξαπλώνονται σε Ευρώπη, Ασία, βόρεια Αφρική και το ανατολικό κομμάτι της βόρειας Αμερικής. Πρόκειται για φυτά που προτιμούν ξηρά ενδιαιτήματα συνήθως ορεινών περιοχών. Μάλιστα, το sectio Odontarrhena περιλαμβάνει αρκετά είδη που είναι προσαρμοσμένα να ζουν σε σερπεντίνες και άλλα υπερβασικά πετρώματα, ανεχόμενα υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων, όπως νικελίου. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τη Flora Hellenica, υπάρχουν 38 είδη Alyssum. Το εντυπωσιακό είναι ότι σχεδόν τα μισά, δηλαδή 19 είδη, είναι ενδημικά της χώρας μας.

Το Alyssum doerfleri Degen είναι ένα σπάνιο άλυσσο, γνωστό μόνο από λίγες θέσεις στον ελληνικό χώρο και τη γειτονική ΠΓΔΜ. Εντός συνόρων απαντά διάσπαρτο στα βουνά Οίτη, Παρνασσός, Πίνοβο και κοντά στη Μικρή Πρέσπα, ενώ τοπικά άφθονο αναφέρεται από τον Όρλιακα των Γρεβενών, όπου το συναντήσαμε. Φύεται σε βραχώδεις ή χαλικώδεις ασβεστολιθικές θέσεις και υψόμετρο από 900 έως 2000 μ. Ανθίζει κατά τους μήνες Απρίλιο έως Ιούλιο και οι καρποί του ωριμάζουν από τον Ιούνιο έως και τον Αύγουστο.

Προστατεύεται από το ΠΔ 67/1981 και συμπεριλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και τα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών που καταχωρήθηκαν για το δίκτυο “ΦΥΣΗ 2000”.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Hesperis theophrasti ssp. rechingeri

Καμβούνια, 3/5/2013

Ανάμεσα στα 8 φυτά που μπορεί να περηφανεύεται ο Μπούρινος ότι ανθίζουν στις πλαγιές του κατ’ αποκλειστικότητα, είναι και η Hesperis theophrasti ssp. rechingeri (F. Dvořák) Kit Tan & J. Suda. Ο εντυπωσιακός αυτός εκπρόσωπος της οικογένειας Brassicaceae απαντά στο όρος Μπούρινος και στη γεωγραφική συνέχειά του, τα Καμβούνια. Εκεί, στην κορυφή Βουνάσα (1615 μ.) ή Μπουνάσια, όπως τη λένε οι ντόπιοι, τη συναντήσαμε κι εμείς να αγναντεύει την καινούρια τεχνητή λίμνη Ιλαρίωνα που σχηματίζουν σιγά σιγά τα νερά του Αλιάκμονα.

Η H. theophrasti ssp. rechingeri φύεται σε βραχώδεις πλαγιές με πυξάρια ή κέδρους και έχει βρεθεί σε υψόμετρο από 1200 έως 1600 μ. Ανθίζει από το Μάιο μέχρι τον Ιούνιο.

Προστατεύεται από το ΠΔ 67/81 και περιλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000», ενώ είχε συμπεριληφθεί το 1997 στον Κόκκινο Κατάλογο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης με το χαρακτηρισμό «Σπάνιο».

Το όνομα του υποείδους το οφείλει στον αυστριακό βοτανικό Karl Heinz Rechinger (1906 – 1998), γιο του επίσης βοτανικού Karl Rechinger (1867-1952), ο οποίος συνέλεξε πρώτος το είδος από τον Μπούρινο το 1956. Ο Rechinger έκανε συλλογές στην Ελλάδα, το Ιράν, το Ιράκ, το Πακιστάν και το Αφγανιστάν. Άφησε σημαντικό έργο, γράφοντας, ανάμεσα στα άλλα, το βιβλίο Phytogeographia Aegaea και, σε συνεργασία με τον καθηγητή Werner Greuter, το Chloris Kythereia που αφορά στη χλωρίδα των Κυθήρων.   

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Matthiola fruticulosa ssp.valesiaca

Φαράγγι Ραμνο Μπορ, 30/4/2011

Η Matthiola fruticulosa (L.) Maire με τα κυματιστά πέταλα, είναι εκπρόσωπος της οικογένειας BrassicaceaeCruciferae ή Σταυρανθή) και απαντά στην Ελλάδα με δύο γεωγραφικά διακριτά υποείδη: το τυπικό υποείδος fruticulosa, σε χαμηλά υψόμετρα της νότιας Ελλάδας, και το υποείδος valesiaca, στο οποίο ανήκει το άτομο της φωτογραφίας, σε περιοχές της βόρειας Ελλάδας. Το δεύτερο αυτό υποείδος εξαπλώνεται εκτός της Ελλάδας στην κεντρική και τη νότια Ευρώπη, από τα Πυρηναία και τις Άλπεις έως τη Βαλκανική χερσόνησο.

Φύεται σε βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις, σε χαράδρες, όρια δασικών εκτάσεων ή υπαλπικά λιβάδια, γενικά ανάμεσα στα 600 με 1800 μ., αν και έχει βρεθεί κοντά στο επίπεδο της θάλασσας ή πάνω από τα 2000 μ. Ανθίζει από το Μάιο μέχρι και τον Ιούλιο, ανάλογα με το υψόμετρο.


Μια ενδιαφέρουσα ιδιότητα της M. fruticulosa, όπως προκύπτει από έρευνα των Χρονοπούλου-Σερέλη, Χρονόπουλου και Κανναβού του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, είναι ότι λειτουργεί ως υπερσυσσωρευτής μολύβδου (Pb), δηλαδή έχει την ικανότητα να απορροφά μεγάλη συγκέντρωση μολύβδου από το περιβάλλον, συσσωρεύοντάς τον στις ρίζες και τους βλαστούς της. Η ικανότητα αυτή του φυτού το καθιστά υποψήφιο προς χρήση στην απορρύπανση επιβαρυμένων με μόλυβδο εδαφών, όπως αυτό της Λαυρεωτικής, όπου πραγματοποιήθηκε η προαναφερθείσα έρευνα.

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Draba lasiocarpa

Βέρμιο, 25/3/2011

Draba lasiocarpa Rochel ή αλλιώς Draba με δασύτριχους καρπούς, όνομα λίγο άστοχο, αφού το τρίχωμα στους καρπούς, ποικίλει από πυκνό μέχρι τελείως απόν. Τέτοια ποικιλότητα μπορούμε να συναντήσουμε και σε άλλους μορφολογικούς χαρακτήρες, όπως π.χ. το μέγεθος των πετάλων ή του στύλου.
 
Απαντά σε ποικιλία βιοτόπων με κοινό χαρακτηριστικό το μικρό βάθος του εδάφους, όπως γκρεμοί, σχισμές και προεξοχές βράχων, σταθεροποιημένες σάρες, πετρώδη λιβάδια, δάση ή θαμνώνες. Ανθίζει από Απρίλιο έως Ιούλιο, σε υψόμετρα από 1100 έως 2500 μ.
 
Είναι φυτό ευρέως διαδεδομένο στα βουνά της Βαλκανικής χερσονήσου, ενώ η εξάπλωσή του φτάνει μέχρι τους πρόποδες των Άλπεων και των Β. Καρπαθίων. Στην Ελλάδα βρίσκεται στα βουνά της ηπειρωτικής χώρας και στα νησιά Κεφαλονιά και Θάσος.
 
H οικογένεια των Brassicaceae, στην οποία ανήκει η D. lasiocarpa έχει το προνόμιο να είναι μία από τις οχτώ που διατηρούν παράλληλα και την παλαιότερη ονομασία τους: Cruciferae ή Σταυρανθή, κατά το ελληνικότερο. Η τελευταία ονομασία αναφέρεται στη διάταξη των τεσσάρων πετάλων του άνθους που σχηματίζουν ένα νοητό σταυρό. Χαρακτηριστικός είναι επίσης ο καρπός της οικογένειας, ο οποίος, εάν το μήκος του είναι μεγαλύτερο από το τριπλάσιο του πλάτους, ονομάζεται κέρας (π.χ. Sisymbrium irio), ενώ εάν συμβαίνει το αντίθετο ονομάζεται κεράτιο (π.χ. Capsella bursa-pastoris).
 
Εκπρόσωποι της οικογένειας βρίσκουν συχνά τη θέση τους στο τραπέζι μας, όπως το λάχανο, το κουνουπίδι, το μπρόκολο (και τα τρία είναι καλλιεργούμενες ποικιλίες του ίδιου  είδους:  Brassica oleracea!), το σινάπι (Sinapis alba), από το οποίο φτιάχνεται η μουστάρδα, η ρόκα (Eruca versicaria) καθώς και οι βρούβες (κοινή ονομασία που περιλαμβάνει είδη από διαφορετικά γένη). Κοινό χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω είναι η πικάντικη, πιπεράτη γεύση που αφήνουν στο στόμα.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Βερτίσκος


Την Κυριακή υποδεχτήκαμε τον Οκτώβρη με μια εκδρομή σε ένα βουνό όχι πολύ γνωστό και σίγουρα υποτιμημένο. Ο Βερτίσκος είναι ένα σχετικά χαμηλό βουνό του νομού Θεσσαλονίκης, το δεύτερο για την ακρίβεια σε υψόμετρο μετά το Χορτιάτη, με την κορυφή του (Χαρβάτα) να φτάνει τα 1103 μ. Απλώνεται βορειοανατολικά του νομού, στα σύνορα με το νομό Σερρών. Όσο μπόι του λείπει, το αναπληρώνει σε φυσική ομορφιά και θέα προς το Χορτιάτη, τις λίμνες Βόλβη και Κορώνεια, αλλά και τον κάμπο των Σερρών. Οι παραπάνω λίμνες (η μία υπό εξαφάνιση) τροφοδοτούνται από τα υδάτινα ρεύματα που σχηματίζονται στις πλαγιές του βουνού και καταλήγουν σε αυτές. 
Με το Χορτιάτη φαίνεται να συγγενεύουν, εκτός από γεωγραφικά και διοικητικά, ως προς τη βλάστηση, καθώς και στο Βερτίσκο σε χαμηλά υψόμετρα κυριαρχούν αείφυλλοι σκληρόφυλλοι θάμνοι, όπως πουρνάρια, κέδροι και φιλλύκια, ενώ ψηλότερα συναντά κανείς φυλλοβόλα είδη, όπως φράξους, οστρυές και βελανιδιές. Σχεδόν αποκλειστικά σε βόρειες εκθέσεις, στα υψηλότερα τμήματα του βουνού, υπάρχουν δάση οξιάς και καστανιές. Η κορυφή Χαρβάτα είναι και αυτή καλυμμένη από δάσος οξιάς.

Η εκδρομή απέδωσε τα μέγιστα σε αριθμό ανθισμένων φυτών που συναντήσαμε, σε σχέση πάντα με το μήνα που διανύουμε. Επιλέξαμε να παρουσιάσουμε τέσσερα από αυτά, τα τρία από τα οποία καθαρά φθινοπωρινά.

Colchicum bivonae
 
Το Colchicum bivonae Guss., οικογένεια Colchicaceae, είναι ένα αρκετά κοινό φθινοπωρινό κολχικό, αλλά πολύ εντυπωσιακό. Διακρίνεται για το μεγάλο άνθος του και το έντονο σαν σκακιέρα σχέδιο των πετάλων του. 


 
Prospero autumnale

Δεύτερο φθινοπωρινό φυτό, όπως φανερώνει το όνομά του, εκπρόσωπος της οικογένειας Asparagaceae, είναι το Prospero autumnale (L.) Speta (η παλιά γνωστή Scilla autumnalis L. που οι ενοχλητικοί βοτανικοί της άλλαξαν όνομα). Μικρό σε μέγεθος, αλλά άφθονο τέτοια εποχή, το βρήκαμε να σχηματίζει μεγάλους πληθυσμούς μαζί με το κολχικό. 

 Spiranthes spiralis

Η Spiranthes spiralis (L.) Chevall. είναι μια μικρή αλλά ιδιαίτερη φθινοπωρινή ορχιδέα. Το όνομα αυτό της δόθηκε για την σπείρα που σχηματίζει η ταξιανθία της.

 
  Berteroa incana

Πρόκειται για είδος της οικογένειας Brassicaceae. Συμπεριλάβαμε τη Berteroa incana (L.) DC. σε αυτή την ανάρτηση, γιατί μπορεί η ανθοφορία της να ξεκινά το καλοκαίρι, αλλά εκτείνεται μέχρι το Νοέμβριο.