Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Tulipa rhodopea

Ξάνθη, 2/5/2016

Ένα πολύ εντυπωσιακό φυτό με ενδιαφέρουσα ιστορία: γνωρίστε την Tulipa rhodopea (Velen.) Velen.


Όλα ξεκίνησαν το 1900, όταν ο Τσέχος βοτανικός Josef Velenovský περιέγραψε φυτά του είδους από την περιοχή της βουλγάρικης Ροδόπης ως Tulipa orientalis var. rhodopea, για να αναθεωρήσει το όνομα αυτό 22 χρόνια αργότερα και αφού είχε στα χέρια του δείγμα του φυτού από το όρος Πιρίν της Βουλγαρίας. Το δείγμα αυτό είχε συλλέξει, μαζί με άλλα από την ευρύτερη περιοχή (καθώς και από βουνά στα ελληνικά σύνορα), ο Βούλγαρος στρατιώτης Jan Mrkvička, κατά τη διετία 1915-16, στα διαλείμματα των μαχών του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Όταν, τον Αύγουστο του 1916, ο Mrkvička σκοτώθηκε, οι γονείς του έστειλαν όλα τα δείγματά του στον Velenovský, ο οποίος εξέδωσε μια λίστα με όλα τα φυτά που είχε συλλέξει ο στρατιώτης, με το -λιγάκι ανατριχιαστικό- όνομα Reliquiae Mrkvičkanae (reliquiae σημαίνει λείψανα).





Το 1936, ο ερασιτέχνης βοτανικός Griffith Tedd, ο οποίος διέμενε στην Ξάνθη και σχετιζόταν με την ακμάζουσα τότε βιομηχανία καπνού, συνέλεξε δείγμα της τουλίπας από πολύ κοντινή στην πόλη περιοχή και το έστειλε, μαζί με 2000 ακόμα στο βοτανικό William Turrill, στο διάσημο βοτανικό κήπο του Kew, για αναγνώριση. Ήταν το πρώτο, και για πολλά χρόνια μοναδικό, δείγμα της τουλίπας από ελληνικό έδαφος.




Η Tulipa rhodopea λοιπόν, αρχικά θεωρήθηκε ενδημική της νοτιοδυτικής Βουλγαρίας, αλλά πλέον, αν όντως πρόκειται για ξεχωριστό taxon, θεωρείται στενο-βαλκανικό είδος. Η ταξινομική της κατάσταση παραμένει λίγο ασαφής. Η Everett στην πρόσφατη (2013) μονογραφία της για το γένος την κατατάσσει στο είδος T. hungarica Borbás, ενώ στη λίστα με τα αγγειόφυτα της Ελλάδας (Valscular Plants of Greece), δεν αναφέρεται πουθενά. Παραμένει πάντως ένα πολύ όμορφο φυτό, τα μεγάλα κόκκινα άνθη του οποίου τραβούν αμέσως το βλέμμα των επίδοξων συλλεκτών. Στη Βουλγαρία συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων της χώρας με το χαρακτηρισμό «Κρισίμως κινδυνεύον». Η πολύ περιορισμένη έκταση στην οποία έχει βρεθεί μέχρι στιγμής στην Ελλάδα θα πρέπει μάλλον να επιστήσει την προσοχή μας, ώστε να μην κινδυνέψει μελλοντικά.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Colchicum chimonanthum

Σέρρες, 26/12/2015


Η χειμερινή του ανθοφορία, που ξεκινά το Δεκέμβριο και ολοκληρώνεται το Φεβρουάριο, σχεδόν δεν άφησε περιθώρια στους ονοματοδότες του είδους Colchicum chimonanthum K. Perss. Πρόκειται για ένα κολχικό ενδημικό της Μακεδονίας, με λίγους πληθυσμούς που εμφανίζονται στους νομούς Σερρών, Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. 


Θεσσαλονίκη, 29/12/2015

Μπορείτε να δείτε όλες τις πληροφορίες για το σπάνιο αυτό είδος στην πρόσφατα δημοσιευμένη εργασία μας, στον ακόλουθο σύνδεσμο:

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Colchicum asteranthum

Λύρκειο, 9/1/2016


Κρυμμένο στις νότιες πλαγιές ενός όχι ιδιαίτερα γνωστού βουνού της Πελοποννήσου και με τα άνθη του να εμφανίζονται μέσα στην καρδιά του χειμώνα, το Colchicum asteranthum Vassiliad. & K. Perss. περίμενε καρτερικά μέχρι το 1999 για να ανακαλυφθεί και να περιγραφεί τρία χρόνια αργότερα. 




Αυτό το μικρό κολχικό μπορεί κανείς να το συναντήσει μόνο στο όρος Λύρκειο της Πελοποννήσου και μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, μόνο στις πλαγιές που έχουν από νοτιοανατολική μέχρι νοτιοδυτική έκθεση. Η πολύ περιορισμένη αυτή εξάπλωση καθιστά το Colchicum asteranthum ένα από τα σπανιότερα κολχικά της Ελλάδας.

Η ανθοφορία του είναι χειμερινή, περιλαμβάνει τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο και εμφανίζει μια κορύφωση γύρω στα τέλη του πρώτου μήνες και στην αρχή του δεύτερου. Τότε, σε περιοχές του βουνού με κοκκινόχωμα (terra rossa) και χωρίς μεγάλη δενδροκάλυψη, σε υψόμετρο από 950 έως 1450 μ., το C. asteranthum ανοίγει τα λευκά ή ρόδινα άνθη του, αφήνοντας να αναδυθεί μια μελένια μυρωδιά.   




Η χειμερινή ανθοφορία του φυτού ενέχει τον κίνδυνο της μειωμένης εγγενούς αναπαραγωγής, λόγω της πιθανής κακοκαιρίας και της συνακόλουθης έλλειψης επικονιαστών. Ωστόσο, υπάρχει η δυνατότητα αγενούς αναπαραγωγής μέσω ριζωμάτων που αντισταθμίζει τις απώλειες. Έχει υπολογιστεί ότι στο βουνό υπάρχουν αρκετές χιλιάδες άτομα του C. asteranthum, τα οποία όμως εμφανίζονται σε μια πολύ περιορισμένης έκτασης περιοχή. Για το λόγο αυτό, το φυτό συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (2009) με το χαρακτηρισμό «Τρωτό».

Είναι παράξενο το ότι το Colchicum asteranthum, ενδημικό της νότιας Ελλάδας, βρίσκει ένα αδελφό είδος που ενδημεί στη βόρεια Ελλάδα: το C. chimonanthum, το οποίο μοιάζει με το C. asteranthum, αλλά, επιπλέον, ανθίζει την ίδια περίοδο. Αλλά… περισσότερα για αυτό θα σας αποκαλύψω την επόμενη βδομάδα. 

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Drosera rotundifolia

Ροδόπη, 11/8/2015

Τι κάνεις αν είσαι φυτό, θέλεις να συνθέσεις μια πρωτεΐνη και το περιβάλλον στο οποίο ζεις είναι πολύ φτωχό σε άζωτο; Λιμοκτονείς ή αλλάζεις διατροφικές συνήθειες; Φαίνεται ότι φυτά όπως η Drosera rotundifolia L. επέλεξαν το δεύτερο και έγιναν… σαρκοφάγα!

Πρώτος ο Δαρβίνος παρατήρησε τα εντομοφάγα φυτά και πρότεινε ότι τα έντομα που αποσυντίθενται σιγά σιγά στα φύλλα-παγίδες τους, παρέχουν κάποιες ουσίες σε αυτά. Μάλιστα, πειραματίστηκε με τα εντομοφάγα φυτά, τοποθετώντας επάνω στα φύλλα τους μικρά κομματάκια τυριού ή κρέατος. Το αποτέλεσμα ήταν ότι τα άτομα που «τάιζε» με αυτόν τον τρόπο, φαίνονταν περισσότερο εύρωστα και υγιή από τα υπόλοιπα.

Η Drosera rotundifolia λοιπόν, όπως όλα τα φυτά, έχει ανάγκη από κάποια θρεπτικά στοιχεία, όπως είναι το άζωτο. Ο βιότοπος όμως στον οποίο απαντά, τα όξινα τυρφώδη έλη, είναι πολύ φτωχός ως προς το στοιχείο αυτό. Το πρόβλημα λύνεται με τα ειδικά διαφοροποιημένα φύλλα της, που φέρουν πολυάριθμους μακριούς αδένες. Άλλοι από αυτούς εκκρίνουν μια κολλώδη ουσία, ικανή να παγιδεύει έντομα, και άλλοι εκκρίνουν πεπτικά υγρά που διαλύουν τα έντομα, έτσι ώστε να απορροφηθούν τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά, όπως το άζωτο, και να συμπληρώσει τις διατροφικές της ανάγκες.




Το είδος αυτό έχει ευρεία εξάπλωση: Ευρώπη, Σιβηρία, βόρεια Αμερική, Ιαπωνία, Κορέα και Νέα Γουινέα. Στην Ελλάδα όμως η εξάπλωσή της περιορίζεται σε ελάχιστες θέσεις στην οροσειρά της Ροδόπης. Μάλιστα, η πρώτη θέση στην οποία ανακαλύφθηκε ένας μικρός πληθυσμός της καταστράφηκε μετά τη διάνοιξη αποστραγγιστικού καναλιού. Γενικά, απαντά σε υψόμετρα από 1100 έως 1500 μ. και ανθίζει για λίγες ώρες κατά τις ηλιόλουστες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου.

Δυστυχώς, το αξιοθαύμαστο αυτό φυτό φαίνεται να κινδυνεύει άμεσα από διάνοιξη κι άλλων αποστραγγιστικών καναλιών που θα καταστρέψουν τον ευαίσθητο βιότοπό του. Η υλοτομία, η διάνοιξη δρόμων και οι πυρκαγιές αποτελούν επίσης σοβαρή απειλή, ενώ τα μεγάλα ζώα, όπως τα βοοειδή, μπορούν να έχουν πολύ αρνητικές επιδράσεις στον πληθυσμό της D. rotindifolia, είτε μέσω του ποδοπατήματος ή μέσω των περιττωμάτων που αλλάζουν τις ισορροπίες θρεπτικών στα περιβάλλοντα όπου διαβιεί το φυτό. Για όλα αυτά, αλλά και λόγω της πολύ περιορισμένης εξάπλωσης της D. rotundifolia στην Ελλάδα, το φυτό συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας, με το χαρακτηρισμό «Κινδυνεύον».


Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Onobrychis peloponnesiaca

Λακωνία, 10/4/2016

Όχι και τόσο περιπετειώδης η ιστορία του όσο της Onobrychis aliacmonia, ωστόσο το φυτό που παρουσιάζουμε σήμερα, σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης (εδώ), πέρασε μια μικρή ονοματολογική οδύσσεια, καθώς αρχικά (1987) κατατάχθηκε στο προαναφερθέν είδος, στη συνέχεια θεωρήθηκε υποείδος του προαναφερθέντος είδους (1996) και, τελικά, νέο και διακριτό είδος (1999): Onobrychis peloponnesiaca (Iatroú & Kit Tan) Iatroú & Kit Tan



Πρόκειται για ένα είδος ενδημικό μιας πολύ μικρής περιοχής της νότιας Πελοποννήσου, στο νομό Λακωνίας. Εκεί φυτρώνει σε μαργαϊκό έδαφος, με θάμνους ή φρύγανα, καθώς και στις παρυφές καλλιεργούμενων εκτάσεων και ελαιώνων, σε υψόμετρο από 100 έως 200 μ. Ανθίζει τον Απρίλιο και το Μάιο.




Η O. peloponnesiaca συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (2009) και, μάλιστα, με το χαρακτηρισμό «Κινδυνεύον». Οι υποπληθυσμοί του είδους είναι μικροί και ασυνεχείς και κινδυνεύουν από καταστροφή των βιοτόπων τους. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μετά από εκχέρσωση του εδάφους για την επέκταση κάποιας καλλιέργειας ή άσκηση διαφόρων καλλιεργητικών πρακτικών, αλλά και μετά τη απομάκρυνση του εδάφους για τη διαπλάτυνση δρόμων. 

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Onobrychis aliacmonia

Κοζάνη, 26/7/2014

To 1956 o Rechinger και ο Γουλιμής, ταξίδεψαν παρέα στις όχθες του Αλιάκμονα, κάνοντας μια όμορφη ανακάλυψη, ένα εντυπωσιακό είδος Onobrychis. Αρχικά το φυτό θεωρήθηκε ότι ανήκει στο είδος O. hypargyrea της Ανατολίας, που θεωρούνταν ότι εξαπλώνονταν μέχρι τη νότια πρώην Γιουγκοσλαβία. Χρειάστηκε να περάσουν 17 ολόκληρα χρόνια για να αναθεωρηθεί η άποψη αυτή και να βρουν ότι ανήκει τελικά σε ένα νέο, διακριτό είδος, το τοπικό ενδημικό του Αλιάκμονα O. aliacmonia Rech. f.




Μόλις τρία χρόνια αργότερα, το 1976, η κατασκευή ενός φράγματος στην περιοχή ανύψωσε τη στάθμη του νερού, καταπίνοντας τις όχθες του ποταμού, όπου βρισκόταν το locus classicus του φυτού. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες κατά τις δεκαετίες ‘70 και ‘80, η O. aliacmonia δε στάθηκε δυνατό να επανευρεθεί, οπότε το είδος χαρακτηρίστηκε «εξαφανισμένο» από την Παγκόσμια Ένωση Προστασίας της Φύσης και, μάλιστα, θεωρήθηκε ότι αποτελούσε τη μόνη αδιαμφισβήτητη περίπτωση εξαφάνισης ελληνικού ενδημικού είδους.


καρποί Onobrychis aliacmonia

Φανταστείτε τη μεγάλη έκπληξη των βοτανικών, όταν πέντε χρόνια μετά, το 1987, μια Onobrychis που έμοιαζε καταπληκτικά με την O. aliacmonia εντοπίζεται στην Πελοπόννησο, 400 χλμ μακριά από αυτήν.

Οι εκπλήξεις δε σταμάτησαν εδώ. Το 1994 οι Tan και Vold σε νέα επίσκεψή τους στην ευρύτερη περιοχή του Αλιάκμονα, ανακάλυψαν ένα χαλί από το φυτό αυτό και στις δύο όχθες του ποταμού, εκεί όπου όλες οι παλαιότερες αναζητήσεις είχαν παραμείνει άκαρπες. Πάνω από 30.000 φυτά του είδους που μέχρι τότε θεωρούνταν εξαφανισμένο, βρίσκονταν κάτω από τα πόδια τους!




Επιπλέον, ο απομακρυσμένος πληθυσμός της νότιας Πελοποννήσου, ο οποίος αρχικά θεωρήθηκε ότι ανήκει στο ίδιο είδος με την O. aliacmonia, τελικά διαπιστώθηκε ότι ανήκει σε νέο, ξεχωριστό είδος, το O. peloponnesiaca, για το οποίο… θα κάνετε υπομονή μία βδομάδα. 

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Crocus niveus

Μεσσηνιακή Μάνη, 14/11/2015

Ο Crocus niveus Bowles, δηλαδή ο χιονώδης κρόκος, δίνει πιστά το ραντεβού του κάθε φθινόπωρο στη νότια και ανατολική Πελοπόννησο και το νησί των Κυθήρων, ευτυχώς συχνότερα από ότι το πραγματικό χιόνι στις περιοχές αυτές. 




Πρόκειται ίσως για τον μεγαλύτερο σε μέγεθος κρόκο, αφού μπορεί να φαίνεται σαν μια κατάλευκη τουλίπα. Το όνομά του παραπέμπει φυσικά στο πάλλευκο άνθος του, αν και σε ορισμένες περιοχές μπορεί να εμφανίζεται και με λιλά αποχρώσεις. 




Ο C. niveus φύεται συνήθως μέσα σε ελαιώνες, ξερά ακαλλιέργητα εδάφη ή θαμνότοπους, σε υψόμετρο από 50 έως 750 μ. Ανθίζει μαζί με τα φύλλα του, κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο. 


Μάνη, 9/11/2016

Ο πανέμορφος και μεγαλοπρεπής αυτός κρόκος συμπεριλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ και στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».