Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Crocus chrysanthus

Σινιάτσικο, 27/3/2011

Από τους πρώτους κρόκους που ανθίζουν μέσα στο χειμώνα, πολλές φορές λιώνοντας το χιόνι που τους σκεπάζει, είναι ο Crocus chrysanthus (Herb.) Herb., ο κρόκος με τα χρυσά άνθη, όπως λέει και το όνομά του. Ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους κίτρινους κρόκους από τον στύλο, που είναι χωρισμένος σε τρία μέρη, κροσσωτά στην κορυφή, και από τους χαρτόμορφους ή δερματόμορφους χιτώνες του κόρμου, που φέρουν δακτυλίους στη βάση τους.
 
Το βαλκανικό αυτό είδος εξαπλώνεται στη Β και Κ Ελλάδα και τα νησιά του Β και Α Αιγαίου. Είναι ευρέως διαδεδομένο σε μέτρια και χαμηλά υψόμετρα, αλλά έχει βρεθεί μέχρι και τα 1800 μ. στη Β Πίνδο. Το υψηλότερο σημείο που το συναντήσαμε εμείς είναι ένα οροπέδιο του όρους Σινιάτσικο (Άσκιο), στα 1400 μ. περίπου, από όπου τραβήχτηκαν οι δύο πρώτες φωτογραφίες. Ανθίζει από τον Ιανουάριο μέχρι και το Μάιο, ανάλογα με το υψόμετρο.
 
Ο C. chrysanthus θεωρείται πρόγονος καλλωπιστικών ποικιλιών κρόκων. Συμπεριλαμβάνεται στον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν προστασίας του Ο.Η.Ε.

Είναι αρκετά κοινή η εικόνα κρόκων που ξεπροβάλλουν ανάμεσα στα χιόνια το χειμώνα ή σε μεγάλα υψόμετρα. Οι κρόκοι, με μια διαδικασία που ονομάζεται θερμογόνος αναπνοή, έχουν την ικανότητα να ανεβάζουν τη θερμοκρασία του άνθους τους, λιώνοντας έτσι το χιόνι που τους περιβάλλει. Το άνθος διατηρεί την αυξημένη θερμοκρασία ακόμα και μετά την ανάδυσή του στην επιφάνεια, επιτρέποντας έτσι στα έντομα να βρίσκουν ένα ζεστό καταφύγιο. Πολλαπλά λοιπόν τα οφέλη της θερμογόνου αναπνοής, αφού με αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται και η επικονίαση.

Χορτιάτης, 30/1/2011

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Draba lasiocarpa

Βέρμιο, 25/3/2011

Draba lasiocarpa Rochel ή αλλιώς Draba με δασύτριχους καρπούς, όνομα λίγο άστοχο, αφού το τρίχωμα στους καρπούς, ποικίλει από πυκνό μέχρι τελείως απόν. Τέτοια ποικιλότητα μπορούμε να συναντήσουμε και σε άλλους μορφολογικούς χαρακτήρες, όπως π.χ. το μέγεθος των πετάλων ή του στύλου.
 
Απαντά σε ποικιλία βιοτόπων με κοινό χαρακτηριστικό το μικρό βάθος του εδάφους, όπως γκρεμοί, σχισμές και προεξοχές βράχων, σταθεροποιημένες σάρες, πετρώδη λιβάδια, δάση ή θαμνώνες. Ανθίζει από Απρίλιο έως Ιούλιο, σε υψόμετρα από 1100 έως 2500 μ.
 
Είναι φυτό ευρέως διαδεδομένο στα βουνά της Βαλκανικής χερσονήσου, ενώ η εξάπλωσή του φτάνει μέχρι τους πρόποδες των Άλπεων και των Β. Καρπαθίων. Στην Ελλάδα βρίσκεται στα βουνά της ηπειρωτικής χώρας και στα νησιά Κεφαλονιά και Θάσος.
 
H οικογένεια των Brassicaceae, στην οποία ανήκει η D. lasiocarpa έχει το προνόμιο να είναι μία από τις οχτώ που διατηρούν παράλληλα και την παλαιότερη ονομασία τους: Cruciferae ή Σταυρανθή, κατά το ελληνικότερο. Η τελευταία ονομασία αναφέρεται στη διάταξη των τεσσάρων πετάλων του άνθους που σχηματίζουν ένα νοητό σταυρό. Χαρακτηριστικός είναι επίσης ο καρπός της οικογένειας, ο οποίος, εάν το μήκος του είναι μεγαλύτερο από το τριπλάσιο του πλάτους, ονομάζεται κέρας (π.χ. Sisymbrium irio), ενώ εάν συμβαίνει το αντίθετο ονομάζεται κεράτιο (π.χ. Capsella bursa-pastoris).
 
Εκπρόσωποι της οικογένειας βρίσκουν συχνά τη θέση τους στο τραπέζι μας, όπως το λάχανο, το κουνουπίδι, το μπρόκολο (και τα τρία είναι καλλιεργούμενες ποικιλίες του ίδιου  είδους:  Brassica oleracea!), το σινάπι (Sinapis alba), από το οποίο φτιάχνεται η μουστάρδα, η ρόκα (Eruca versicaria) καθώς και οι βρούβες (κοινή ονομασία που περιλαμβάνει είδη από διαφορετικά γένη). Κοινό χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω είναι η πικάντικη, πιπεράτη γεύση που αφήνουν στο στόμα.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Orchis simia

Όλυμπος, 14/5/2011

Ή αλλιώς το πιθηκάκι, αφού simia στα λατινικά θα πει πίθηκος. Φυσικά, το όνομα δόθηκε για το ιδιαίτερο σχήμα των ανθέων της. Η Orchis simia Lam. εξαπλώνεται σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και της Μεσογείου, φτάνοντας βόρεια μέχρι την Αγγλία και την Ολλανδία και ανατολικά μέχρι το Ιράν και το Τουρκμενιστάν. Στην Ελλάδα θα τη βρείτε σχεδόν παντού, αν και μόνο σε συγκεκριμένες θέσεις σχηματίζει μεγάλους πληθυσμούς, όπως π.χ. σε περιοχές της Ηπείρου. Η ανθοφορία της ξεκινά το Μάρτιο και διαρκεί μέχρι τον Ιούνιο. Οι βιότοποι που προτιμά είναι λιβάδια, μακκία βλάστηση, φρύγανα, ανοιχτά δάση και όρια δασών, σε υψόμετρα μέχρι και 1800 μ. 
 
Όπως όλες οι ορχιδέες της Ελλάδας, προστατεύεται από τη συνθήκη CITES (Παράρτημα ΙΙ) και, επιπλέον, από το Προεδρικό Διάταγμα 67/81 του Ελληνικού Κράτους, ενώ συμπεριλαμβάνεται στον παγκόσμιο κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του Ο.Η.Ε. και στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του Δικτύου «ΦΥΣΗ 2000». 


Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Iris unguicularis

Λευκάδα, 8/1/2012

Μέσα στην καρδιά του χειμώνα, όταν πρέπει να ψάξει κανείς για να βρει ανθισμένα φυτά, η άνθιση της Iris unguicularis Poir. δημιουργεί μια έκρηξη χρωμάτων. Το 1753 o Κάρολος Λινναίος ονόμασε το γένος Iris από την ομώνυμη θεότητα της ελληνικής μυθολογίας, που ταυτίστηκε με το ουράνιο τόξο. Αργότερα, τα ποικιλόχρωμα αυτά φυτά αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης και θέμα στους καμβάδες διάσημων ζωγράφων, όπως ο Claude Monet και ο Vincent Van Gogh.
  
Η I. unguicularis είναι φυτό της βόρειας Αφρικής (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία) και της ανατολικής Μεσογείου (Ελλάδα, Τουρκία, Λίβανος, Συρία, Ισραήλ). Στην Ελλάδα βρίσκεται στην Στερεά Ελλάδα, την Εύβοια, την Πελοπόννησο, την Κρήτη, καθώς και σε νησιά τόσο του Αιγαίου, όσο και του Ιονίου πελάγους. Απαντά σε μακκία βλάστηση, ανοιχτά πευκοδάση, ελαιώνες, ξηρά και πετρώδη εδάφη, σε χαμηλά συνήθως υψόμετρα, αλλά έχει βρεθεί και στα 1550 μ. Η ανθοφορία της ξεκινάει τον Ιανουάριο και διαρκεί μέχρι και τον Απρίλιο.
 
Η ίριδα αυτή σαγηνεύει τόσο με τα ζωηρά χρώματα, όσο με το άρωμά της, χαρακτηριστικό κι άλλων ειδών του γένους, που χρησιμοποιείται ευρύτατα στη βιομηχανία αρωμάτων. Για τις δύο αυτές ιδιότητές της  συλλέχθηκε και μεταφέρθηκε το 19ο αιώνα από την Αλγερία στη Μ. Βρετανία, από το βοτανικό William Herbert, και καλλιεργείται μανιωδώς έκτοτε.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Bellevalia hyacinthoides

Λευκάδα, 9/1/2012

Μία διακριτική παρουσία πασχίζει για λίγη προσοχή αυτές τις πρώτες μέρες της καινούριας χρονιάς. Μικρή και κομψή, η Bellevalia hyacinthoides (Bertol.) K. Perss. & Wendelbo ξεπροβάλλει λίγα μόλις εκατοστά πάνω από το έδαφος, χάρη στη βοτρυοειδή της ταξιανθία με τα λευκά-γαλαζωπά ανθάκια. Κάθε άνθος φέρει στη βάση του ένα βράκτιο με λογχοειδείς λοβούς. Τα φύλλα εκπτύσσονται από τη βάση και είναι μακρύτερα από το στέλεχος και την ταξιανθία μαζί.


Εμφανίζεται σε ξηρές πετρώδεις θέσεις με φρύγανα και μακκία βλάστηση, σε παρυφές χωραφιών, σε ελαιώνες και ακαλλιέργητους αγρούς, από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 1000 m. Ενδημικό είδος της Ελλάδας, απαντά στην κεντρική και νότια ηπειρωτική χώρα, στις Κυκλάδες και στα Ιόνια Νησιά.


Παρά το μικρό της μέγεθος, η B. hyacinthoides έχει γίνει ανά τους αιώνες το επίκεντρο μιας ονοματολογικής σύγχυσης. Κατά καιρούς της έχουν αποδοθεί ονόματα όπως Strangweja spicata, Strangweja hyacinthoides και Bellevalia spicata. Το τελευταίο, αν και αναφέρεται από πολλές πηγές ως ξεχωριστό ενδημικό είδος της Ελλάδας, αποτελεί απλώς ακόμα ένα συνώνυμο. Σε μια χώρα όπου η ονοματολογία μερικές φορές γίνεται μείζον εθνικό θέμα, πρέπει να ξέρουμε ακριβώς τι λέμε…


Συμπεριλαμβάνεται στον Παγκόσμιο Κατάλογο Φυτών που χρήζουν προστασίας του Ο.Η.Ε. και στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».

 

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

Galanthus elwesii

Χορτιάτης, 30/1/2011

O Galanthus elwesii Hook. f. ξεχωρίζει από τα φαρδιά γλαυκά του φύλλα και τις πράσινες κηλίδες τόσο στην κορυφή, όσο και στη βάση των εσωτερικών τεπάλων. Ο Sir Joseph Dalton Hooker, διευθυντής του Βασιλικού Βοτανικού Κήπου στο Kew, το ονόμασε έτσι το 1875 προς τιμήν του πρώτου ανθρώπου που το συνέλεξε, του βοτανολόγου, εντομολόγου και περιηγητή Henry John Elwes.

Φύεται στα Βαλκάνια (Ελλάδα, Βουλγαρία, πρώην Γιουγκοσλαβία), τη Ρουμανία, τη Μολδαβία, την Ουκρανία και τη Μικρά Ασία, αν και χρειάζονται περαιτέρω έρευνες για την ακριβή του εξάπλωση, καθώς πολύ συχνά συγχέεται με το G. gracilis. Στην Ελλάδα βρίσκεται κυρίως στα βόρεια τμήματα της ηπειρωτικής χώρας και τα νησιά του βορείου Αιγαίου (Λέσβος, Χίος, Σάμος). Απαντά σε πλήθος βιοτόπων, όπως δάση, ανοίγματα δασών, θαμνώνες, υπαλπικά λιβάδια, πετρώδεις τοποθεσίες, σε υψόμετρα από 100 έως 1600 μ., αν και είναι πιο κοινό στην ορεινή ζώνη μεταξύ 800 και 1000 μ. Προτιμά βόρειες εκθέσεις, ενώ είναι πολύ κοινό σε περιοχές που καλύπτονται με χιόνι το χειμώνα και παραμένουν δροσερές το καλοκαίρι.

Βέρμιο, 25/3/2011

Το είδος καλλιεργείται ευρύτατα στις μέρες μας και όλα ξεκίνησαν όταν, το 1874, ο Elwes έκανε τις πρώτες εξαγωγές φυτών από την Τουρκία στην Αγγλία. Οι γάλανθοι έγιναν ανάρπαστοι από τους Άγγλους ανθοκόμους χάρη στην ομορφιά τους, ειδικά σε μία περίοδο που τα ανθισμένα λουλούδια σπανίζουν. Στην Τουρκία στήθηκε μία ολόκληρη βιομηχανία συλλογής άγριων βολβών, οι οποίοι στη συνέχεια εξάγονταν. Με τα χρόνια και προκειμένου να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση, η προσοδοφόρα αυτή οικονομική δραστηριότητα γιγαντώθηκε, φτάνοντας στα μέσα της δεκαετίας του 1980 τα 40 εκατομμύρια βολβούς σε ετήσια βάση! Η απομάκρυνση τεράστιων ποσοτήτων βολβών του G. elwesii από το φυσικό περιβάλλον δημιούργησε μια ανησυχία για το αντίκτυπο που επέφερε στο περιβάλλον συνολικά, αλλά και κατά πόσο διακύβευε την επιβίωση του ίδιου του είδους. Το 1989 ξεκίνησε η επιστημονική παρακολούθηση του είδους και των βιοτόπων του και θεσπίστηκε θεσμικό πλαίσιο που καθορίζει τον τρόπο συλλογής, καθώς και τις μέγιστες ποσότητες. Σήμερα η παραγωγή κυμαίνεται στα 7-8 εκατομμύρια βολβούς ετησίως.

Χορτιάτης, 2/3/2008

Όπως και άλλα Galanthus, το G. elwesii είναι ευαίσθητο σε ενδεχόμενες κλιματικές αλλαγές. Ήδη συμπεριλαμβάνεται σε αρκετούς Κόκκινους Καταλόγους Απειλούμενων Φυτών, όπως αυτόν της Μολδαβίας, όπου χαρακτηρίζεται ως «Κρισίμως Απειλούμενο» (Critically Endangered), ή της Βουλγαρίας με το χαρακτηρισμό «Απειλούμενο» (Endangered). Στη Βουλγαρία ειδικότερα, όπου το είδος αυτό συλλέγεται για φαρμακευτική ή καλλωπιστική χρήση, οι πληθυσμοί του σε συγκεκριμένες περιοχές έχουν περιοριστεί σε μερικά άτομα. Η αποψίλωση των δασών, η κατασκευή τουριστικών υποδομών και διάφορες δραστηριότητες αναψυχής φαίνεται να απειλούν το G. elwesii και, γενικότερα, όπως σημειώνεται από την Παγκόσμια Ένωση Προστασίας της Φύσης, υπάρχει μια τάση μείωσης των πληθυσμών. Αν λάβουμε όλα τα προηγούμενα υπόψη, αντιλαμβανόμαστε γιατί συμπεριλαμβάνεται στους ακόλουθους καταλόγους: Παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης CITES, Κόκκινο Κατάλογο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης, Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν προστασίας του Ο.Η.Ε. και Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».